ΑΠ 343/2023 Τμ. Α2 ́
Περίληψη
Διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης. Σειρά εξέτασής τους από το δικαστήριο. Συνέπειες ελλείψεως. Σειρά προτεραιότητας στην έρευνα των διαδικαστικών προϋποθέσεων δεν προβλέπεται στον νόμο. Μολονότι δεν προβλέπεται, πρέπει κατά προτεραιότητα να εξετάζεται η συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων που αφορούν το δικαστήριο. Στη συνέχεια, αυτών που αφορούν τους διαδίκους, και ακολούθως των σχετικών με το αντικείμενο της δίκης.
ΑΠ 343/2023 (Α2)
Πρόεδρος: Θ. Κανελλόπουλος, Αντιπρόεδρος ΑΠ
Εισηγήτρια: Α. Δερέ
Δικηγόροι: Π. Τζιούμας, Α. Κουτήφαρη, Κ. Μεταξόπουλος, Γ. Γουλιέλμος, Ε. Καυκόπουλος
(Άρθρα 73, 68, 46, 215, 221 ΚΠολΔ)
(Απόσπασμα)
Οι διαδικαστικές πράξεις, που αποτελούν κύριο συστατικά στοιχείο της δίκης ως έννομης σχέσης και ως διαδικασίας, προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο, και, μάλιστα, ασκούνται κατά ορισμένο τύπο και έχουν ορισμένο περιεχόμενο. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος καταλαμβάνει όλες τις βαθμίδες της δικονομικής αξιολόγησης των διαδικαστικών πράξεων και, συνεπώς, την κρίση για το υποστατό, την ακυρότητα και το παραδεκτό των διαδικαστικών πράξεων.
Ανυπόστατη είναι η διαδικαστική πράξη, όταν ελλείπουν οι ουσιώδεις όροι, οι οποίοι συνιστούν, σύμφωνα με ορισμένο και νόνα δικαίου, τα συνθετικά στοιχεία συγκεκριμένης μορφής αυτής. Η έλλειψη ουσιώδους όρου του πραγματικού της διαδικαστικής πράξης, συνεπεία της οποίας είναι ανυπόστατη, μπορεί να οφείλεται σε διαφόρους λόγους (έλλειψη του κατά νόμο απαιτούμενου περιεχομένου της, έλλειψη ως προς το υποκείμενό της ή ως προς συστατικό τύπο κλπ). Έτσι, η διαδικαστική πράξη μπορεί να είναι ανυπόστατη και όταν δεν έχουν τηρηθεί ορισμένες διατυπώσεις, που είναι απαραίτητες για την τελείωσή της. Εξάλλου, απαράδεκτη είναι η διαδικαστική πράξη, η οποία δεν πληροί τις κατά νόμο προϋποθέσεις για τον έλεγχο του περιεχομένου της.
Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ. ΑΠ 2/2001, ΑΠ 480/2020, ΑΠ 175/2019). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής. Θεμέλιο και κινητήριο μοχλό της δίκης αποτελεί η αγωγή. Με αυτήν ανοίγει η διαδικασία και η έννομη σχέση της δίκης. Με την αγωγή φέρεται προς διάγνωση συγκεκριμένο ιδιωτικού δικαίου δικαίωμα που έχει προσβληθεί. Ενώ, όμως, η ουσιαστικού δικαίου αξίωση στρέφεται κατά του υπόχρεου η αγωγή απευθύνεται προς την πολιτεία ως φορέα της δικαιοδοτικής λειτουργίας.
Από τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 1 και 221 παρ. 1α ΚΠολΔ προκύπτει ότι η άσκηση της αγωγής είναι σύνθετη διαδικαστική πράξη και ολοκληρώνεται με την ενέργεια των επί μέρους διαδικαστικών πράξεων της κατάθεσης και της επίδοσης, οι οποίες εκτιμώνται ως μια ενότητα (ΑΠ 1974/2008, πρβλ ΑΠ 1181/2022). Από το χρόνο της κατάθεσης της αγωγής επέρχονται οι δικονομικές συνέπειές της, όπως είναι και η εκκρεμοδικία. Με την παρ. 2 του άρθρου 215 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1-1-2016, θεσπίστηκε σύντομη προθεσμία επίδοσης της αγωγής, αφετηριαζόμενη από το χρόνο της κατάθεσής της, ρητά δε ορίστηκε ότι, αν η αγωγή δεν επιδοθεί μέσα στην προθεσμία αυτή, θεωρείται ως μη ασκηθείσα, δηλαδή ανυπόστατη. Περαιτέρω, την έκδοση απόφασης επί της ουσίας, που είναι ο τελικός στόχος της δίκης, εξαρτά ο νόμος από την πλήρωση σειράς προϋποθέσεων, οι οποίες ερευνώνται από το δικαστήριο πριν από την ουσία της υπόθεσης.
Οι διαδικαστικές αυτές προϋποθέσεις της δίκης αναφέρονται είτε στο δικαστήριο (π.χ. δικαιοδοσία, αρμοδιότητα) είτε στους διαδίκους (π.χ. ικανότητα δικαστικής παράστασης, ικανότητα διαδίκου) είτε στο αντικείμενο της δίκης (π.χ. εκκρεμοδικία, δεδικασμένο), η έρευνα δε αυτών χωρεί όχι μόνον κατ' ένσταση αλλά και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 73 ΚΠολΔ), χωρίς να υπάρχει πρόβλεψη στο νόμο, σε περίπτωση έλλειψης συνδρομής περισσότερων διαδικαστικών προϋποθέσεων, ως προς τη σειρά με την οποία θα χωρήσει η σχετική έρευνα.
Κατά κανόνα, αν ελλείπει κάποια διαδικαστική προϋπόθεση, επέρχεται ως κύρωση το απαράδεκτο της αγωγής, εκτός από την έλλειψη της καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητας, η οποία δεν επιφέρει το απαράδεκτο αυτής, αλλά η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστήριο κατά το άρθρο 46 ΚΠολΔ. Συνεπώς, το πολιτικό δικαστήριο εισέρχεται στην έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής μόνον όταν διαπιστώσει στη συνδρομή των αναγκαίων διαδικαστικών προϋποθέσεων.
Ωστόσο, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις δεν παριστούν απλώς προϋποθέσεις για την επί της ουσίας έρευνα της επίδικης ουσιαστικής αξίωσης, αλλά σκοπεύουν, γενικότερα, να εξασφαλίσουν την ομαλή και απρόσκοπτη ροή της διαδικασίας, κάθε δε μεμονωμένη προϋπόθεση υπηρετεί και τους δικούς της σκοπούς. Αποτελούν, δηλαδή, αφηρημένες εγγυήσεις δικαστικής προστασίας, εξασφαλίζοντας διαφάνεια, σαφήνεια και Βεβαιότητα δικαίου, χωρίς να επαφίεται η διάπλαση της δίκης στην ελεύθερη κρίση του δικαστή. Ειδικότερα, η κατά τόπον αρμοδιότητα κατανέμει της αγωγές σε συγκεκριμένο καθ' ύλην δικαστήριο, η κατανομή δε αυτή υπακούει στην ανάγκη να δικασθεί η συγκεκριμένη διαφορά από το καταλληλότερο δικαστήριο, υπό συνθήκες προσιτές και με γνώμονα την ορθή και ταχεία επίλυσή της.
Ενόψει αυτών, μολονότι, όπως αναφέρθηκε, δεν προβλέπεται η σειρά έρευνας των διαδικαστικών προϋποθέσεων, πρέπει κατά προτεραιότητα να εξετάζεται η συνδρομή των διαδικαστικών προϋποθέσεων που αφορούν το δικαστήριο, στη συνέχεια αυτών που αφορούν τους διαδίκους και ακολούθως των σχετικών με το αντικείμενο της δίκης. Το νομότυπο της άσκησης της αγωγής δεν αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, αλλά προϋπόθεση της ίδιας της διαδικαστικής αυτ τής πράξης. Σύμφωνα με τα παραπάνω, οι διαδικαστικές πράξεις αποσκοπούν στην επίτευξη του σκοπού της δίκης, δηλαδή στη δημιουργία, εξέλιξη και περάτωση της δικαστικής διαδικασίας παροχής έννομης προστασίας, ρυθμίζονται δε από το δικονομικό δίκαιο ως προς τις προϋποθέσεις και τις έννομες συνέπειες.
Επομένως, εφόσον, όπως αναφέρθηκε, η πρώτη επί μέρους διαδικαστική πράξη της άσκησης της αγωγής είναι η κατάθεση αυτής, η οποία και επιλέγεται από το νόμο ως αφετηριακό χρονικό σημείο για την επέλευση των δικονομικών συνεπειών και, ως εκ τούτου, προσδιορίζει την καθ' ύλην και κατά τόπο αρμοδιότητα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, το δικαστήριο αυτό οφείλει να εξετάσει, κατά προτεραιότητα, στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης έρευνας των διαδικαστικών προϋποθέσεων, αν πράγματι έχει αρμοδιότητα, τοπική και υλική, να δικάσει την αγωγή, αφού μόνον το αρμόδιο καθ' ύλην και κατά τόπο δικαστήριο μπορεί να κρίνει τη συνδρομή ή μη και των λοιπών διαδικαστικών προϋποθέσεων, καθώς και το ισχυρό ή ανίσχυρο των διαδικαστικών πράξεων υπό οποιαδήποτε μορφή του και, συνακόλουθα, το κύρος, το έγκυρο ή μη, της επίδοσης, με την οποία ολοκληρώνεται η άσκηση της αγωγής. Τούτο επιβάλλεται και από την αρχή του φυσικού δικαστή. Κατά συνέπεια, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδώσει απόφαση, με την οποία θα αποφαίνεται ότι δεν ασκήθηκε αγωγή, δηλαδή ότι είναι ανυπόστατη, χωρίς προηγουμένως να ερευνήσει και να κρίνει ότι έχει αρμοδιότητα προς εκδίκασή της.
Παρατηρήσεις:
Η παραπάνω απόφαση (ΑΠ 343/2023 Τμ. Α2), στα πλαίσια της διχογνωμίας που επικρατεί στη νομολογία και τη νομική θεωρία ως προς τη σειρά εξέτασης των διαδικαστικών προϋποθέσεων της δίκης, έλαβε τη θέση, ότι το δικαστήριο θα εξετάσει κατά σειρά τις προϋποθέσεις που αφορούν το δικαστήριο (δικαιοδοσία, αρμοδιότητα), τη νομότυπη άσκηση της αγωγής, και κατόπιν τις προϋποθέσεις που αφορούν τους διαδίκους και το αντικείμενο της αγωγής.
Όμως, στα πλαίσια της νομικής θεωρίας αλλά και της νομολογίας, υποστηρίζεται και η άποψη, ότι <<χάριν της οικονομίας της δίκης>>, η παραπάνω σειρά ελέγχου κάμπτεται σε ορισμένες περιπτώσεις.
Σχετ. (Απόσπασμα) Μον. Έφ. Δωδεκανήσου, 46/2020
«Περαιτέρω, με διάταξη του άρθρου 46 εδ. α ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν είναι καθ' υλη η κατά τόπο αρμόδιο αποφαίνεται γι' αυτό αυτεπαγγέλτως και προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι το δικαστήριο, όταν διαπιστώσει ότι δεν είναι αρμόδιο να δικάσει συγκεκριμένη υπόθεση, δεν απορρίπτει αυτή, αλλά εκδίδει απόφαση, με την οποία παραπέμπεται η υπόθεση προς εκδίκαση από το, κατά την κρίση του, αρμόδιο δικαστήριο. Κατά την άποψη όμως που το παρόν Δικαστήριο θεωρεί ως ορθότερη, αν η αγωγή είναι απαράδεκτη, ως προδήλως αόριστη, νομικά αβάσιμη, και γενικώς αν υπάρχει γι' αυτή πρόδηλη έλλειψη κάποιας προϋπόθεσης, από αυτές που εξετάζονται σε μεταγενέστερο στάδιο, επιβάλλεται η άμεση απόρριψη της αγωγής και όχι η παραπομπή της στο αρμόδιο δικαστήριο για να απορριφθεί από αυτό για τον ίδιο λόγο, μάλιστα δε η λύση αυτή προσήκει ιδίως όταν, σε περίπτωση καθ' ύλην αναρμοδιότητας, την αναρμοδιότητα διαπιστώνει το ανώτερο δικαστήριο, το οποίο θα έπρεπε να παραπέμψει στο κατώτερο, όχι δε και όταν η διαφορά υπάγεται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα ανώτερου δικαστηρίου, στο οποίο ο νομοθέτης λόγω της σπουδαιότητας ή της ιδιαιτερότητάς της, ανέθεσε την εκδίκαση της διαφοράς (ΑΠ 79/1954, ΝοΒ 1954/485, ΕφΠειρ 237/2002, ΠειρΝομ 2002/177, πρβλ. ΕφΔωδ 128/2007, Τ.Ν.Π. Νόμος, Μ. Μαργαρίτη-Ά. Μαργαρίτη, ό.π., άρθρο 46, αρ. 6, Γενική Εισαγωγή, αρ. 20, όπου και περαιτέρω παραπομπές, Κ. Οικονόμου, ό.π., άρθρο 535, αρ. 45, Κεραμέως-Κονδύλη-Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 46 αρ. 6.».