ΣτΕ Δ' 605/2026
Διαδικασία αξιολόγησης προτάσεων συμμετοχής στην διεθνή έκθεση Biennale Βενετίας. Μη νόμιμη η μερική μόνο αποχή μέλους συλλογικού οργάνου. Υποχρεωτική η παράθεση αιτιολογίας και σε περίπτωση εκφοράς καλλιτεχνικών - εικαστικών κρίσεων. Έννοια «εξωτερικού» (minimum) δικαστικού ελέγχου νομιμότητας. Προθεσμία παροχής πληρεξουσιότητας σε περίπτωση επίσπευσης της αρχικής προσδιορισθείσας δικασίμου κατά την διαδικασία του άρθρου 204 του π.δ. 18/1989.
Με την απόφαση 605/2026 του Δ ́ Τμήματος του Δικαστηρίου ακυρώθηκε και αναπέμφθηκε στη Διοίκηση προς νέα νόμιμη κρίση, απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού με την οποία, κατόπιν πρότασης της γνωμοδοτικής Επιτροπής του άρθρου 68 παρ. 2 του ν. 4481/2017, ορίσθηκαν οι συντελεστές της εθνικής συμμετοχής στην 61η Διεθνή Καλλιτεχνική Έκθεση της Μπιενάλε (Biennale) Βενετίας.
Η ακύρωση δεν οφείλεται σε πλημμέλεια αυτής καθαυτής της απόφασης του Υφυπουργού Πολιτισμού, αλλά σε πλημμέλειες που παρεισέφρησαν κατά την διαδικασία αξιολόγησης από την γνωμοδοτική Επιτροπή του άρθρου 68 παρ. 2 του ν. 4481/2017 των καλλιτεχνικών εικαστικών προτάσεων που υποβλήθηκαν σχετικώς και αφορούσαν α) την πλημμελή σύνθεση της Επιτροπής και β) την μη αιτιολόγηση του αποκλεισμού ορισμένων προτάσεων (15 εκ των 21 που υποβλήθηκαν) από την περαιτέρω αξιολόγησή τους κατά το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας.
Συγκεκριμένα, κατά το πρώτο στάδιο της σχετικής διαδικασίας ορισμένα μέλη της γνωμοδοτικής επιτροπής, υπέβαλαν αίτημα μερικής αποχής από τη διαδικασία αξιολόγησης, το οποίο έγινε σιωπηρώς δεκτό από τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής, δηλώνοντας ότι προτίθενται να απέχουν από την αξιολόγηση 4 προτάσεων (εκ των 21 συνολικά), λόγω του ότι είχαν υποβληθεί από συναδέλφους τους σε πανεπιστημιακή σχολή.
Το Δικαστήριο έκρινε, όμως, ότι εφόσον η διαδικασία επιλογής της καταλληλότερης πρότασης για την εκπροσώπηση της Ελλάδας στην διεθνή έκθεση Μπιενάλε της Βενετίας προϋποθέτει, αναγκαίως, αξιολογική σύγκριση μεταξύ των συνυποψηφίων καλλιτεχνικών εικαστικών προτάσεων τα ανωτέρω μέλη του συλλογικού οργάνου θα όφειλαν, ευλόγως, εφόσον συνέτρεχε περίπτωση, να απέχουν συνολικά και όχι μερικώς από τη διαδικασία αξιολόγησης. Επομένως, η λήψη της απόφασης της επιτροπής κατά την πρώτη συνεδρίαση, όπου προκρίθηκαν μερικές μόνο από τις υποβληθείσες προτάσεις, είναι μη νόμιμη διότι ελήφθη κατά παράβαση του άρθρου 7 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας και, ως εκ τούτου, υπό μη νόμιμη σύνθεση.
Δεύτερον, όπως προέκυψε από το σχετικό πρακτικό, κατά την πρώτη συνεδρίασή της η γνωμοδοτική επιτροπή προέκρινε 6 εκ των 21 προτάσεων με μόνη αιτιολογία ότι αυτές «συγκεντρώνουν τα περισσότερα θετικά χαρακτηριστικά», χωρίς όμως να προβεί ούτε σε αυτοτελή, έστω συνοπτική, αξιολόγηση εκάστης εκ των 15 προτάσεων που δεν προκρίθηκαν στο δεύτερο στάδιο της διαδικασίας της αξιολόγησης, ούτε σε σύγκριση με τις 6 προκριθείσες προτάσεις. Το Δικαστήριο έκρινε ότι, κατόπιν τούτου, η πρόταση της γνωμοδοτικής επιτροπής κατέστη μη νόμιμη ως αναιτιολόγητη ήδη κατά την πρώτη συνεδρίαση.
Στο πλαίσιο εξέτασης του ανωτέρου λόγου ακυρώσεως το Δικαστήριο επεσήμανε τα ακόλουθα σε σχέση με την υποχρέωση αιτιολόγησης των διοικητικών πράξεων και το εύρος του δικαστικού ελέγχου σε περίπτωση αμιγών τεχνικών-επιστημονικών κρίσεων της διοίκησης (όπως εν προκειμένω που η γνωμοδοτική επιτροπή αξιολόγησε τις υποβληθείσες προτάσεις με βάση καλλιτεχνικά - εικαστικά κριτήρια): «Επειδή, η υποχρέωση της διοικήσεως να αιτιολογεί τις ατομικές αποφάσεις της αποτελεί συστατικό στοιχείο του κράτους δικαίου συναπτόμενη με τις αρχές της διαφάνειας και της νομιμότητας της διοικητικής δράσης, αλλά και της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, συναφώς δε το άρθρο 17 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999) θεσπίζει τον κανόνα ότι η ατομική διοικητική πράξη πρέπει να περιέχει αιτιολογία, η οποία να περιλαμβάνει τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή της και να είναι σαφής, ειδική και επαρκής προκύπτουσα από τα στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 1206/2024). Η υποχρέωση αιτιολόγησης καλύπτει όλη τη δράση της διοίκησης κατά την έκδοση ατομικών διοικητικών πράξεων, ανεξαρτήτως αν συνάπτεται με την άσκηση δέσμιας αρμοδιότητας ή αρμοδιότητας διακριτικής ευχέρειας. Και ναι μεν δεν υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο οι ουσιαστικές κρίσεις της διοίκησης επί ζητημάτων αμιγώς τεχνικών ή επιστημονικών δυνάμει της, απορρέουσας από την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, απαγορεύσεως υπεισέλευσης της δικαστικής λειτουργίας στην εκτελεστική επί θεμάτων για τα οποία η τελευταία είναι αποκλειστικώς αρμόδια (ΣτΕ 3044/2017)- εντούτοις και στην περίπτωση εκφοράς τέτοιων κρίσεων η υποχρέωση αιτιολόγησης παραμένει ενεργή, ο δε όμως εν συνεχεία διενεργούμενος δικαστικός έλεγχος περιορίζεται σε «εξωτερικό» (minimum) έλεγχο νομιμότητας, ο οποίος περιλαμβάνει, μέσω του ελέγχου της αιτιολογίας, τον έλεγχο της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των κρίσιμων διατάξεων της σχετικής νομοθεσίας, τον έλεγχο της επάρκειας της αιτιολογίας σε σχέση με τα στοιχεία του φακέλου και την εξέταση ισχυρισμών περί εκφοράς κρίσεων κατά πλάνη περί τα πράγματα από την διοίκηση».
Στη συνέχεια το Δικαστήριο ανέπεμψε την υπόθεση στη διοίκηση ώστε επιλαμβανομένη εκ νέου η αρμόδια επιτροπή να εκφέρει, υπό νόμιμη σύνθεση, αιτιολογημένη κρίση, έστω και συνοπτική, για όλες τις υποβληθείσες προτάσεις, υπό το πρίσμα των καλλιτεχνικών-εικαστικών κριτηρίων που θεώρησε ως κρίσιμα για την αξιολόγησή τους, ενώ, περαιτέρω, επεσήμανε (για την περίπτωση επανυποβολής των αιτημάτων αποχής των μελών της Επιτροπής) ότι για τη στοιχειοθέτηση λόγου εξαίρεσης ή αποχής μέλους συλλογικού οργάνου δεν αρκεί η οποιαδήποτε συναδελφική ή προσωπική ή επαγγελματική σχέση προς κρινόμενο υποψήφιο, αλλά πρέπει να τεκμηριώνεται ιδιαίτερος δεσμός, πρόσφορος να δημιουργήσει εύλογες υπόνοιες ότι το μέλος του οργάνου έχει ήδη σχηματισμένη και, συνεπώς, προκατειλημμένη γνώμη για τον υποψήφιο, τον οποίο πρόκειται να κρίνει.
Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε ότι σε περίπτωση επίσπευσης, κατόπιν τροποποίησης της αρχικής πράξης ορισμού δικασίμου, της συζητήσεως ενδίκου βοηθήματος ή μέσου με απευθείας εισαγωγή στο ακροατήριο, κατά την διαδικασία του άρθρου 204 του π.δ. 18/1989 (Α ́ 8), είναι αναλόγως εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 α) εδάφιο β ́ του ιδίου π.δ/τος [:«Ο διάδικος που το άσκησε προσκομίζει το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο το αργότερο δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο που ορίσθηκε με την πράξη της παρ. 3 του άρθρου 20 και σε περίπτωση σύντμησης προθεσμίας, σύμφωνα με την περ. β' της παρ. 1 του άρθρου 21, το αργότερο μέχρι τη συζήτηση») και, επομένως, το συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο πρέπει να προσκομίζεται από τους διαδίκους μέχρι τη συζήτηση και όχι δεκαπέντε (15) πλήρεις ημέρες πριν από αυτή.