ΑΠ 1141/2025
Περίληψη:
Tα SMS γραπτά μηνύματα (Short Message Service) στα πλαίσια της αποδεικτικής διαδικασίας στο δικαστήριο, είτε προσκομίζονται σε φωτογραφία της οθόνης του κινητού από άλλη συσκευή, είτε προσκομίζονται φωτοαντίγραφα που τα απεικονίζουν με την χρήση της δυνατότητας «screenshot». Αποτελούν μηχανικές απεικονίσεις κατ΄ άρθρο 444 παρ.2 ΚΠολΔ, και θεωρούνται νόμιμα αποδεικτικά μέσα.
Θεμιτοί οι περιορισμοί της αποδεικτικής αξιοποίησης των SMS, που τίθενται για χάρη της προστασίας του απορρήτου των επιστολών, και της ιδιωτικής ζωής του ατόμου (άρθρα 9, 19 Σ.)
Μη νόμιμη η αποδεικτική επίκληση γραπτών μηνυμάτων από τρίτο πρόσωπο, εκτός από τον αποστολέα και τον παραλήπτη αυτών.
Άρειος Πάγος (Α' 2 Τμήμα)
Άρειος Πάγος (Α' 2 Τμήμα)
Αριθμ. 1141/2025
Πρόεδρος: Μ. Κουφούδη, Αντιπρόεδρος ΑΠ
Εισηγήτρια: Ευ. Γίτση, Αρεοπαγίτης
(Απόσπασμα)
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 444 παρ 2 του ΚΠολΔ εμπίπτει στην έννοια της μηχανικής απεικόνισης, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο εισάγεται στη δίκη, [όπως με φωτογραφία από την οθόνη κινητού] το γραπτό μήνυμα, άλλως Short Message Service γνωστό και ως SMS, το οποίο είναι υπηρεσία της κινητής τηλεφωνίας, με την οποία ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να αποστείλει ή να παραλάβει σύντομο γραπτό μήνυμα από άλλους χρήστες, στην οθόνη του κινητού του τηλεφώνου. Ήδη δε, τα κινητά τηλέφωνα από της εμφάνισής τους, πολύ δε περισσότερο σήμερα, ακολουθούν την αρχιτεκτονική των ηλεκτρονικών υπολογιστών και πρέπει να θεωρούνται όχι ως τηλέφωνα, αλλά ως ηλεκτρονικοί υπολογιστές με δυνατότητα, μεταξύ άλλων, τηλεφωνικών κλήσεων, σύνταξης ηλεκτρονικών εγγράφων παντός τύπου, πλοήγησης στο διαδίκτυο κλπ. Το δε γραπτό μήνυμα, αποτελεί ηλεκτρονικό έγγραφο, εφόσον αποτελεί σύνολο δεδομένων τα οποία ενεγράφησαν στον μαγνητικό δίσκο της υπολογιστικής μικρομονάδας του κινητού τηλεφώνου, έτυχαν ηλεκτρονικής επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα και εν συνεχεία αποτυπώθηκαν με βάση τις εντολές του προγράμματος κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο στην οθόνη του μηχανήματος και ακολούθως, στάλθηκαν με χρήση της κινητής τηλεφωνίας σε κάποιον αποδέκτη, ο οποίος στη συνέχεια τα εμφανίζει στην οθόνη του κινητού του. Ο εκάστοτε συντάκτης όμως των συγκεκριμένων εγγράφων (sms) αποδέχεται και επιδιώκει να καταγραφούν αυτά με σταθερό τρόπο σε κάποια από τις "μακροπρόθεσμες" μνήμες του κινητού τηλεφώνου του παραλήπτη (σκληρός δίσκος ή μνήμη SIM), ώστε ο τελευταίος, όχι μόνο να προβεί στην άπαξ προβολή αυτών και να λάβει έτσι γνώση του περιεχομένου τους, αλλά επιπροσθέτως, να δύναται στο μέλλον και σε κάθε στιγμή να τα ανασύρει, ώστε να τα αναγνώσει ξανά, καθιστάμενος διαρκής κάτοχος του ηλεκτρονικού εγγράφου. Η δυνατότητα δε αυτή που παρέχεται στον παραλήπτη του sms τελεί σε γνώση του αποστολέα, αφού και ο τελευταίος με τον ίδιο τρόπο πράττει. Πρέπει να γίνει δεκτό, συνεπώς, ότι υπάρχει τεκμαιρόμενη συναίνεση του αποστολέα να καταστήσει τον παραλήπτη κοινωνό και άρα νόμιμο κάτοχο του μηνύματος sms. Δικονομικά δε, τα γραπτά μηνύματα θα πρέπει να αντιμετωπιστούν για την ταυτότητα του νομικού λόγου, όπως οι επιστολές, αφού σε αμφότερες τις μορφές αυτού του είδους της επικοινωνίας συνυπάρχουν τα στοιχεία της αποτυπωμένης σε αναγνώσιμη μορφή επικοινωνίας από απόσταση, ενώ η μετάβαση από την κυριαρχία της επιστολής στην κυριαρχία του sms, έγινε κυρίως λόγω του εκσυγχρονισμού της διαθέσιμης τεχνολογίας. Ο τρόπος με τον οποίο τα SMS προσκομίζονται ως αποδεικτικά στοιχεία στο δικαστήριο είναι αδιάφορος. Αν προσκομίζονται, λοιπόν, φωτογραφίες που απεικονίζουν την οθόνη του κινητού με τα SMS ή αν προσκομίζονται στο δικαστήριο φωτοαντίγραφα που απεικονίζουν SMS με τη χρήση της δυνατότητας "screenshot" (με την ελληνική ορολογία "στιγμιότυπο" ή "ψηφιακή φωτογραφία οθόνης κινητού"), εφαρμόζεται και στις δύο περιπτώσεις η § 2 του άρθρου 444 ΚΠολΔ. Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή, κάποιος βγάζει φωτογραφία με μια άλλη συσκευή την οθόνη του κινητού που δείχνει τα SMS, ενώ στην δεύτερη περίπτωση προσκομίζει φωτοτυπίες των "screenshots" που μέσω του ίδιου του κινητού που έχει αυτή τη δυνατότητα μπορούν αυτά τα "screenshots" να προωθηθούν σε υπολογιστή με ψηφιακή μορφή και δύνανται έτσι να εκτυπωθούν. Είναι άνευ σημασίας ο τρόπος που εισάγονται στη δίκη τα μηνύματα κινητού καθώς και στις δύο περιπτώσεις συνιστούν μηχανικές απεικονίσεις. Θα ήταν μάλιστα παράδοξο να θεωρηθεί ότι, εάν ο διάδικος επιλέξει να φωτογραφίσει την οθόνη ενός κινητού που αποτυπώνει SMS (επομένως να προσκομίσει τα SMS δια μέσω της φωτογραφίας), θα τύχει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 444 § 1 γ. Και αυτό γιατί η αποδεικτική δύναμη των περιπτώσεων της 444 § 1 γ (ήτοι και της φωτογραφίας) ρυθμίζεται ειδικά από την § 2 του άρθρου 448 ΚΠολΔ, ενώ η αποδεικτική δύναμη των στοιχείων της § 2 του άρθρου 444 ΚΠολΔ ρυθμίζεται και αυτή ειδικά από την § 3 του άρθρου 448 ΚΠολΔ, όπου στην πρώτη περίπτωση τα έγγραφα της παραγράφου 444 § 1 γ αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη, ενώ στην δεύτερη περίπτωση τα έγγραφα της § 2 του άρθρου 444 αποτελούν πλήρη απόδειξη με την επιφύλαξη και τις προϋποθέσεις του άρθρου 445 ΚΠολΔ. Ακολούθως το ΠΔ 47/2005 στο άρθρο 3 με τίτλο "Είδη Επικοινωνίας" στην παράγραφο 1 και 2 ορίζει τα εξής: § 1: "Η άρση του απορρήτου δεν αφορά την δια ζώσης επικοινωνία, αλλά κάθε είδους επικοινωνία, η οποία διεξάγεται μέσω δικτύου επικοινωνίας ή παρόχου υπηρεσιών επικοινωνιών και την οποία χρησιμοποιεί ο συνδρομητής ή χρήστης κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο της άρσης. § 2: "Τα είδη και οι μορφές επικοινωνίας, που υπόκεινται στην άρση του απορρήτου, είναι ιδίως τα ακόλουθα: ... ΙΙΙ. Τα γραπτά μηνύματα (SMS/MMS)". Επομένως, γίνεται αντιληπτό ότι τα γραπτά μηνύματα κινητού (SMS/MMS) εντάσσονται στις περιπτώσεις και είδη επικοινωνίας που προστατεύονται νομοθετικά.
Επιπλέον, η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας του απορρήτου των επιστολών προκύπτει και από το άρθρο 9 § 1 εδ. β' του Συντάγματος, που ορίζει ότι "η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη", καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων". Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό. Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω διατάξεων ως προς το ζήτημα της χρήσης sms ως αποδεικτικό μέσο σε πολιτικό δικαστήριο και ειδικότερα για την απόδειξη σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων πρέπει να γίνει η ακόλουθη διάκριση α] η υποκλοπή και η χρήση του sms τρίτων προσώπων ως αποδεικτικό μέσο είναι παράνομη και απαράδεκτη, καθόσον παραβιάζει το απόρρητο των επικοινωνιών. Ακόμη και αν το περιεχόμενο του sms είναι σχετικό με την υπόθεση δεν μπορεί κατά κανόνα να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό μέσο, καθώς έχει αποκτηθεί παράνομα. β] αντιθέτως όταν το sms προσκομίζεται στο δικαστήριο από τον αποστολέα ή τον παραλήπτη του, ;ήτοι από ένα από τα μέρη που συμμετείχαν στην επικοινωνία είναι κατ' αρχήν επιτρεπτή η χρήση του ως αποδεικτικό μέσο, καθόσον δεν παραβιάζεται το απόρρητο των επικοινωνιών. Ωστόσο η χρήση sms σε πολιτικό δικαστήριο, [ειδικότερα για την απόδειξη σύμβασης που έχει καταρτιστεί μεταξύ του παραλήπτη και του αποστολέα του] αποτελεί ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις για την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών, και προς τούτο απαιτείται η προσεκτική στάθμιση των δικαιωμάτων των εμπλεκόμενων μερών α] με βάση την αρχή της αναλογικότητας, που σημαίνει ότι η χρήση sms ως αποδεικτικό μέσο πρέπει να είναι ανάλογη με τον σκοπό της δίκης και να μην παραβιάζει τα δικαιώματα του αποστολέα και του παραλήπτη στην ιδιωτική ζωή και την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων, β] σε περίπτωση που το sms περιέχει ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα απαιτείται η ρητή συγκατάθεση του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα γ] ότι τα μηνύματα έχουν σχέση με την υπόθεση που εκδικάζεται και αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς του παραλήπτη, και έτσι ικανοποιούν το συμφέρον του για έννομη προστασία [άρθρο 20 του Συντάγματος] . Αντίθετο περί των ανωτέρω πόρισμα διευρύνει την έννοια του "απορρήτου", ώστε να απαγορεύεται ακόμα και η προσκόμιση επιστολής, τηλεομοιοτυπίας (fax) ή ηλεκτρονικού μηνύματος (email) στο πλαίσιο πολιτικής δίκης μεταξύ αποστολέα και παραλήπτη, συνακόλουθα δε να δυσχεραίνεται ουσιωδώς το ερειδόμενο στο άρθρο 20 § 1 Συντάγματος δικαίωμα απόδειξης.
Επίσης είναι εμφανές ότι και το ΠΔ 47/2005 αφορά τα SMS/MMS στις περιπτώσεις όμως που κάποιος παρεμβαίνει σε SMS/MMS σε συνομιλία τρίτων, δηλαδή, όταν διαθέτει μηχανισμό να υποκλέπτει και να αποθηκεύει γραπτά μηνύματα τρίτων και όχι δικών του με τον συνομιλητή του.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 457 παρ 2 και 3, 460, 461 και 463 ΚΠολΔ προκύπτει ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων [ΚΠολΔ 455] δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δηλώσεως περί αρνήσεως της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί. Εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου, που καλύπτεται από την υπογραφή ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλούμενου την πλαστότητα βαρυνομένου με την απόδειξή της (ΚΠολΔ 463). Και αν μεν αποδειχθεί κατά τη διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγεται το έγγραφο η πλαστότητα του περιεχομένου, τούτο κατά το πλαστό μέρος του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύπτει ότι τούτο είναι γνήσιο, τότε το έγγραφο είναι ληπτέο. Αν όμως το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή, χωρίς να εξετάσει την πλαστότητα του περιεχομένου του λάβει ή δεν λάβει υπόψη το ως άνω έγγραφο, τότε υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 α' του ΚπολΔ, αφού εκτιμά ή δεν εκτιμά έγγραφο πριν διαπιστώσει, ως οφείλει, αν εμπίπτει στα επιτρεπόμενα ή μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. [ΑΠ 977/2017, ΑΠ 525/2010, ΑΠ 72/2008, ΑΠ 655/2003, ΑΠ 1323/1996].