ΑΠ 132/2025
Προεδρεύουσα: Α. Υφαντή
Εισηγήτρια: Μ. Πετσαλή
Δικηγόροι: Κ. Παπασπύρος, Χ. Βελάκης
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 και 694 παρ. 1 του ΑΚ συνάγεται ότι στη σύμβαση μισθώσεως έργου, ο εργολάβος υποχρεούται σε προεκπλήρωση. Οφείλει δηλαδή έναντι του κυρίου του έργου να εκπληρώσει πρώτος τόσο την κύρια υποχρέωσή του (της κατασκευής του έργου), όσο και κάθε άλλη υποχρέωσή του, η οποία βάσει συμβατικού όρου ανάγεται σε κύρια υποχρέωση. Μόλις δε προβεί στην εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεών του δικαιούται να ζητήσει την αμοιβή του ταυτόχρονα με την παράδοση του έργου (ΑΠ 697/2000). Η υποχρέωσή του αυτή αποτελεί εξαίρεση από τις γενικές αρχές που ισχύουν στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις. Ωστόσο, η ως άνω διάταξη είναι ενδοτικού δικαίου και επομένως μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων όχι μόνο ότι ο εργολάβος δεν υποχρεούται σε προεκπλήρωση, αλλά αντίθετα ότι ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει την αμοιβή ή μέρος αυτής σε χρόνο προγενέστερο της παραδόσεως του έργου, δηλαδή ότι αυτός υποχρεούται σε προεκπλήρωση (ΑΠ 1130/2017, ΑΠ 1665/2014, ΑΠ 1069/2009). Από τη διάταξη του 686 εδ. β' ΑΚ, η οποία ορίζει ότι, όταν υπάρχει υπερημερία εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της, προκύπτει ότι αν έχει παρέλθει ο συμβατικός χρόνος παραδόσεως και ο εργολάβος έχει περιέλθει σε υπερημερία, ο εργοδότης έχει τα δικαιώματα των άρθρων 383 ως 385 ΑΚ. Από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 330, 341 και 342 ΑΚ συνάγεται ότι, αν για την εκπλήρωση της παροχής του εργολάβου, συμφωνηθεί ορισμένη ημέρα, αυτός ως οφειλέτης, γίνεται υπερήμερος με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής (ΑΠ 1047/2023, ΑΠ 692/2020, ΑΠ 1026/2020), εκτός αν αυτός επικαλεστεί και αποδείξει κατ ́ ένσταση ότι η καθυστέρηση ως προς την εκπλήρωση της παροχής του οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη (ΑΠ 378/2010). Το πταίσμα του οφειλέτη δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιώσεως του δανειστή, αλλ' αντιθέτως, η έλλειψη υπαιτιότητας του οφειλέτη θεμελιώνει καταλυτική ένσταση της αγωγικής αξιώσεως, την οποία οφείλει ο τελευταίος να επικαλεστεί και αποδείξει, οπότε θα θεωρηθεί ότι αυτός δεν περιήλθε σε υπερημερία, καθόσον η έλλειψη πταίσματος δεν είναι λόγος άρσεως της υπερημερίας, αφού το πταίσμα του τεκμαίρεται, αλλά λόγος μη επελεύσεώς της (ΑΠ 692/2020, ΑΠ 699/2019, ΑΠ 1708/2017, ΑΠ 1623/2014). Γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι κάθε εύλογη αιτία, λόγω της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή η μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια εκπληρώσεως (ΑΠ 699/2019, ΑΠ 1967/2017, ΑΠ 521/2014). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του νόμου 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή, χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα, κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής. Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. του ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει. Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 επ. του ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του ν. 5960/1933 και απόκειται στο δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει (Ολ.Α.Π. 23/2007, ΟΜ.Α.Π. 30/2003), η ικανοποίηση, όμως, της μιας από αυτές, επιφέρει απόσβεση της άλλης.
Συνεπώς, η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως, κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία, η οποία τον υποχρεώνει, κατά τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, σε ισόποση, καταρχάς, με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη, λόγω ηθικής βλάβης, χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή, ο οποίος, μάλιστα, δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά δύναται να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος, που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής, με δικαίωμα αναγωγής, εφόσον αυτός υφίσταται τελικώς τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, υπό την έννοια ότι η ζημία του είναι απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (Ολ.Α.Π. 29/2007, Α.Π.34/2021, Α.Π. 362/2014, Α.Π. 1008/2010). Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού δεν ενδιαφέρει η αιτία της εκδόσεως της επιταγής και, ιδίως, δεν ενδιαφέρει η ανυπαρξία ή η ακυρότητα ή η απόσβεση ή το ανεπίτρεπτο της ασκήσεως της απαιτήσεως από την υποκείμενη σχέση μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής. Ωστόσο, δεν αποκλείεται απαλλαγή εκείνου που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή από την προαναφερόμενη αστική ευθύνη του έναντι του λήπτη και νόμιμου κομιστή της επιταγής, που ατελέσφορα την εμφάνισε προς πληρωμή ή ο περιορισμός της εκτάσεως αυτής της ευθύνης, με βάση τη μεταξύ τους υποκείμενη σχέση και κατόπιν συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 300 του ΑΚ, περί συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος στη ζημία ή την έκτασή της ή του άρθρου 288 του ίδιου Κώδικα, περί υποχρεώσεως του δανειστή να απαιτήσει από τον οφειλέτη εκπλήρωση της παροχής, όπως απαιτεί η συναλλακτική καλή πίστη ή του άρθρου 281 του ΑΚ, περί απαγορεύσεως της καταχρηστικής εκ μέρους του δανειστή ασκήσεως της απαιτήσεώς του (ΑΠ 79/2023).