+30 210 360 1603 +30 6937 762 200 info@giannopoulosm.gr Ιπποκράτους 56, 4ος όροφος, 106 80 Αθήνα
  • Ο ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ
  • ΤΑ ΤΜΗΜΑΤΑ
    • ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΕΣΔΙ 2027
    • ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ Ν.Σ.Κ. 2028
    • ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
      Τελικά Αποτελέσματα Διαγωνισμού
      Ν.Σ.Κ. 2026
    • 2026
    • 2025
    • 2024
    • 2023
    • 2022
    • 2021
    • 2020
    • 2019
    • 2018
    • 2017
    • 2016
  • ΝΕΑ | ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
  • FAQ
    • ΝΟΜΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
    • ΕΘΝΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ
  • LAWYER MAGAZINE
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Αναζητηση...

Ευ. Βενιζέλος

  • Αρχικη
  • Lawyer Magazine
  • Ευ. Βενιζέλος
Η αναθεώρηση του Συντάγματος: Κολυμβήθρα του Σιλωάμ ή λάκκος των λεόντων;
Ευ. Βενιζέλος main image

ΣΥΜΜΕΙΚΤΑ
ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ Κώστα Γ. Μαυριά

MÉLANGES EN L’HONNEUR DE
Kostas G. Mavrias

ESSAYS IN HONOUR OF
Kostas G. Mavrias

Επιμέλεια έκδοσης: Δρ Μαριάνθη Καλυβιώτου

ΑΘΗΝΑ 2022

 

Η αναθεώρηση του Συντάγματος:
Κολυμβήθρα του Σιλωάμ ή λάκκος των λεόντων; *

Ευάγγελος Βενιζέλος**

Η αναθεώρηση του Συντάγματος: Κολυμβήθρα του Σιλωάμ ή λάκκος των λεόντων;

Το θέμα μου είναι διατυπωμένο με κάπως παράδοξο τρόπο. Θέτω το ερώτημα αν
η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι κολυμβήθρα του Σιλωάμ ή λάκκος των λεόντων;
Θα εξηγήσω στη συνέχεια σε τι συνίσταται η αντιδιαστολή και το δίλημμα.
Ξεκινώ λέγοντας ότι η αναθεώρηση είναι μια μεγάλη αλλά και αντιφατική στιγμή1
,

μια στιγμή σεβασμού αλλά και ρητής αμφισβήτησης της αυστηρότητας του ισχύο-
ντος Συντάγματος, του γραπτού και αυστηρού Συντάγματος. Το εισαγωγικό συνεπώς

ερώτημα είναι αν η αναθεώρηση, όπως την ορίζουμε, δηλαδή η ρητή, η γραμματική,
τροποποίηση, αντικατάσταση, κατάργηση ή αυθεντική ερμηνεία διάταξης του εθνικού

Συντάγματος2, διατηρεί τη σημασία της και υπό συνθήκες διαμοιρασμένης ή περιο-
ρισμένης κυριαρχίας3. Υπό συνθήκες όχι εθνικού, κυρίαρχου, βεστφαλικού κράτους,

αλλά «κράτους μέλους» πλέον που μετέχει στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ως εκ τού-
του πρέπει να δώσουμε μια απάντηση για το πόσο μέρος της σημασίας της διατηρεί η

αναθεώρηση του εθνικού Συντάγματος παρά την αμφισβήτηση περί της υπεροχής (ή,

κομψότερα, της προτεραιότητας εφαρμογής) που υπάρχει και εξελίσσεται, επί δεκαε-
τίες τώρα, μεταξύ αφενός μεν του εθνικού Συντάγματος, αφετέρου δε του ευρωπαϊκού

ενωσιακού και του διεθνούς δικαίου.
Η θέση μου είναι ότι, παρά την ύπαρξη πολλών νέων ορίων ή και υποχρεωτικών
επιλογών ως προς την αναθεώρηση του εθνικού Συνάγματος4 που απορρέουν από τη

συμμετοχή του κράτους σε διεθνείς οργανισμούς και περιφερειακές ολοκληρώσεις -
χαρακτηριστικότερη από τις οποίες είναι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση - ολοκληρώσεις οι

οποίες διαθέτουν συστήματα δικαστικού ελέγχου, όχι μόνο της κοινής νομοθεσίας αλ-
λά και αυτού του ίδιου του Συντάγματος των κρατών μελών όπως είναι το Δικαστήριο

της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,
αυτή εξακολουθεί να διατηρεί τη σημασία της.

Υπάρχουν βεβαίως πεδία, όπως οι κανόνες οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρω-
παϊκής Ένωσης και ιδίως της Ευρωζώνης, στα οποία το θεσμικό οικοδόμημα και η έν-
νομη τάξη της Ένωσης προσδιορίζει όχι απλώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να

κινηθούν διάφορες εναλλακτικές πολιτικές αλλά συγκεκριμένες πολιτικές που πρέπει

να ασκηθούν. Στα πεδία αυτά τα περιθώρια αναθεώρησης - αλλά και γενικότερα κανο-
νιστικής παρέμβασης- του εθνικού Συντάγματος είναι ιδιαιτέρως στενά.

Το Σύνταγμα εξακολουθεί όμως, παρά την ύπαρξη αυτών των περιφερειακών ολο-
κληρώσεων και αυτών των συστημάτων περιφερειακού ή διεθνούς δικαστικού ελέγχου

ακόμη και του ίδιου του Συντάγματος, να συνιστά θεμελιώδες στοιχείο της εθνικής

ταυτότητας. Προσφέρει ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο εθνικής ταυτότητας που εί-

ναι η εθνική συνταγματική ταυτότητα5, ακόμα και μετά την υπαγωγή του ρυθμιστικού

αντικειμένου σημαντικών κεφαλαίων, αν όχι όλης της ύλης του Συντάγματος, στο δι-
εθνές και στο ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο. Αυτό αφορά πρωτίστως το κεφάλαιο των

ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών δικαιωμάτων και
την ύλη του οικονομικού Συντάγματος. Το φαινόμενο επεκτείνεται όμως πλέον και σε

θέματα που αφορούν το οργανωτικό μέρος του Συντάγματος, για παράδειγμα τη βου-
λευτική ασυλία ή τα ασυμβίβαστα των βουλευτών. Ο έλεγχος που ασκεί το Ευρωπαϊκό

Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε παρόμοια ζητήματα θεμελιώνεται κυρί-
ως στο άρθρο 3 του (Πρώτου) Προσθέτου Πρωτοκόλλου6. Είναι χαρακτηριστικό ότι

ρυθμίσεις του ευρωπαϊκού ενωσιακού δικαίου που αφορούν εγγυήσεις προσωπικής

ασφάλειας και την αρχή της νομιμότητας στο ποινικό δίκαιο, όπως είναι για παράδειγ-
μα η παραγραφή αδικημάτων διαφθοράς με αντικείμενο ενωσιακούς πόρους, προκά-
λεσαν την οξεία αντίδραση του ιταλικού Συνταγματικού Δικαστηρίου και άνοιξαν έναν

σημαντικό διάλογο μεταξύ αυτού και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ)
για την εθνική συνταγματική ταυτότητα.

Ακριβώς όμως επειδή υπάρχει αυτή η εθνική συνταγματική ταυτότητα, η αναθεώ-
ρηση του εθνικού Συντάγματος έχει ακόμα σημασία. Έχει σημασία και παρά τον εντυ-
πωσιακό πολλαπλασιασμό των άτυπων Συνταγματικών μεταβολών8. Αυτός επιτυγχάνε-
ται κυρίως μέσω δυο διαύλων. Ο πρώτος είναι η «συνομιλία» του Συντάγματος με το

διεθνές και το ενωσιακό δίκαιο, ζήτημα στο οποίο μόλις αναφερθήκαμε. Ο δεύτερος

- συναφής πλέον με τον πρώτο - είναι ο εντατικός δικαστικός έλεγχος της συνταγματι-
κότητας. Η δικαστική ερμηνεία του Συντάγματος σε εθνικό, αλλά και σε περιφερειακό

και σε διεθνές επίπεδο, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για άτυπες συνταγματικές μετα-
βολές, δηλαδή για μεταβολές του νοήματος και άρα του κανονιστικού περιεχομένου

συνταγματικών διατάξεων χωρίς μεταβολή του γράμματός τους. Αυτό το βλέπουμε

πρωτίστως όταν το κανονιστικό περιεχόμενο ρυθμίσεων του εθνικού Συντάγματος με-
ταβάλλεται μέσω της σύμφωνης με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Αν-
θρώπου και το ευρωπαϊκό ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας του Συντάγματος. Αυτή μπορεί

άλλωστε να εκληφθεί ως μια εντατική μορφή συστηματικής ερμηνείας καθώς πάντα
υφέρπει στην ερμηνεία των επιμέρους συνταγματικών διατάξεων και το άρθρο 28 και
η κάτω από αυτό ερμηνευτική δήλωση που το καθιστά ρητά συνταγματικό θεμέλιο για
τη συμμετοχή της Ελλάδας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμη και μετά τον πολλαπλασιασμό των άτυπων συ-
νταγματικών μεταβολών, η αναθεώρηση διατηρεί την ιδιαίτερη σημασία της, τη μεγά-

λη αξία της, γιατί καμιά άτυπη μεταβολή δεν έχει την καθαρότητα, την αμεσότητα και
την αναμφισβήτητη ισχύ που έχει η αναθεώρηση ως τυπική διαδικασία. Όμως αυτή η
αναθεώρηση που διατηρεί τη σημασία της υπό τις σημερινές συνθήκες πολυεπίπεδου
συνταγματισμού10, στο σημερινό επίπεδο ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και στο σημερινό

επίπεδο ισχύος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αυτή η ανα-
θεώρηση που διατηρεί τη σημασία της παρά την ένταση του δικαστικού ελέγχου, δεν

είναι ούτε πανάκεια, ούτε υποκατάστατο των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών
πρωτοβουλιών που απαιτούνται για μια πραγματική εθνική ανασυγκρότηση μετά από
δέκα χρόνια οξείας κρίσης.
Το πρόβλημα της χώρας, ελπίζω να έχουμε κατανοήσει μετά από την εμπειρία αυτή,
ότι δεν είναι συνταγματικό, αλλά πρωτίστως αναπτυξιακό και νοοτροπιακό. Αφορά τις
αντιστάσεις της κοινωνίας, αλλά βεβαίως και ζητήματα πολύ πιο πρακτικά, όπως η

υπόσταση του τραπεζικού συστήματος, η βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήμα-
τος, η ανταγωνιστικότητα της εθνικής οικονομίας, η αξιολόγηση και η αξιοποίηση των

διεθνών και περιφερειακών συσχετισμών, τα ζητήματα τα σχετικά με την εξωτερική
πολιτική και με την πολιτική ασφάλειας και άμυνας.

Μετά από δέκα χρόνια κρίσης μήπως η απάντηση ως προς το ελληνικό πρόβλη-
μα δίδεται μέσα από το περίγραμμα των δυο τυπικών προτάσεων αναθεώρησης που

έχουν (2018) υποβληθεί από τους βουλευτές αφενός του ΣΥΡΙΖΑ και αφετέρου της Νέας
Δημοκρατίας; Η απάντησή μου είναι προφανώς όχι. Δεν υποτιμώ τίποτα:
Βεβαίως και πρέπει να αποσυνδεθεί η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από
την υποχρεωτική διάλυση της Βουλής. Έπρεπε άλλωστε αυτό να το έχουμε πετύχει το
2001 αλλά, δυστυχώς, δεν συμφώνησε η τότε αξιωματική αντιπολίτευση και πάντως
λύση δεν είναι η άμεση εκλογή, γιατί αλλοιώνει τον θεσμικό ρόλο του αρχηγού του

κράτους και τις ισορροπίες του κοινοβουλευτικού πολιτεύματός μας. Τώρα πλέον απο-
φασίστηκε η διατήρηση του σχήματος της έμμεσης εκλογής από τη Βουλή και το εκ-

κρεμές για την Θ ́ Αναθεωρητική Βουλή του 2019 ζήτημα είναι ο καθορισμός (πρακτικά
η μείωση) της αναγκαίας προς εκλογή πλειοψηφίας11.

Βεβαίως και πρέπει να αποκατασταθεί το γραμματικό κύρος του άρθρου 16 του Συ-
ντάγματος. στο πλαίσιο του οποίου έχει πλέον δημιουργηθεί μια τελείως διαφορετική

συνταγματική πραγματικότητα, με ρητή πρόβλεψη για μη κρατικά πανεπιστήμια. Αυτό
έχει καταστεί αναγκαίο μετά και τη δέσμη των νομολογιακών λύσεων που έχουν δοθεί
από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το Συμβούλιο της Επικρατείας ως προς
την ελεύθερη εγκατάσταση και παροχή υπηρεσιών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων άλλων
κρατών – μελών και ως προς την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων που
παρέχουν τίτλοι μη κρατικών πανεπιστημίων ή κρατικών πανεπιστημίων άλλων χωρών
που οργανώνουν παραρτήματά τους στην Ελλάδα σε συνεργασία με ιδιώτες. Υπάρχουν
όμως λύσεις και χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος12.
Βεβαίως και πρέπει να αποκατασταθεί το κύρος του άρθρου 86 του Συντάγματος.
που έχει πέσει θύμα του μεγαλύτερου fake news γύρω από το πότε καθιερώθηκαν οι

σχετικές ρυθμίσεις που ισχύουν από το 1877 και από το τι προβλέπει πράγματι το Σύ-
νταγμα13.

Κατά τη λογική αυτή, θα μπορούσα να αναφερθώ και σε άλλες διατάξεις οι οποίες

αξίζει να γίνουν αντικείμενο μιας σοβαρής συζήτησης κατά τη διαδικασία αναθεώρη-
σης του Συντάγματος.

Όμως, η αλήθεια είναι ότι δεν θα βρούμε μέσα από τη διαδικασία αυτή λύση στο

πρόβλημα της χώρας, στο πρόβλημα της εθνικής στρατηγικής και της εθνικής επιβίω-
σης. Το κεντρικό ερώτημα που έχω θέσει και στην Επιτροπή Αναθεώρησης της Βουλής

(της περιόδου Σεπτεμβρίου 2015-Ιουνίου 2019)14 είναι το ακόλουθο: Μετά την εμπειρία
της κρίσης και στο πλαίσιο μιας τυπικής αναθεωρητικής διαδικασίας που προβλέπεται

από το άρθρο 110 του Συντάγματος, τι περιθώρια υπάρχουν για συνταγματικό βολο-
νταρισμό, για συνταγματική ρητορεία, για συνταγματικό λαϊκισμό, ακόμη και γι’ αυτό

που έχει ειπωθεί στη διεθνή βιβλιογραφία «συνταγματική ματαιοδοξία»15; Με άλλη δι-
ατύπωση, μήπως η εμπειρία της κρίσης θα έπρεπε να μας έχει κάνει πιο σοφούς και

συνεσταλμένους, ως προς την κανονιστική πυκνότητα του Συντάγματος - που πρέπει

να διαφυλαχθεί - και ως προς τη σχέση του γράμματος του Συντάγματος με το κανο-
νιστικό περιεχόμενο και την ερμηνεία του - που πρέπει εντέλει να μη διαρραγεί ακόμη

και όταν η ερμηνευτική διαστολή είναι μεγάλη;
Νομίζω ότι μετά από δέκα χρόνια κρίσης, το ζήτημα που πρωτίστως αναδεικνύεται
είναι η ανάγκη για δημοσιονομική επίγνωση, για ύπαρξη μηχανισμών δημοσιονομικής

εποπτείας και έγκυρης προειδοποίησης για τον κίνδυνο εκτροπής και κρίσης16. Απορρέ-
ει άλλωστε από το ισχύον αναθεωρημένο δημοσιονομικό σύμφωνο, από τη Συνθήκη για

τη Σταθερότητα, τον Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση, ο χρυσός δημοσιονομικός κανό-
νας17. Αυτός δεν περιορίζεται μόνο στη δημοσιονομική διαχείριση. Επεκτείνεται και στα

κοινωνικά δικαιώματα τα οποία είναι πανηγυρικά κατοχυρωμένα στο ισχύον Σύνταγμα

της χώρας. Υπονοείται και υφέρπει όμως σε αυτά μία ρήτρα δημοσιονομικής δυνατότη-
τας, η απουσία της οποίας γεννά τον κίνδυνο της δημοσιονομικής εκτροπής που μέσω

της επανάληψης της οικονομικής κρίσης μπορεί να οδηγήσει στην έκπτωση του κανονι-
στικού περιεχομένου του Συντάγματος αρχής γενομένης από τα κοινωνικά δικαιώματα

που θέλουμε και οφείλουμε να προστατεύσουμε. Όχι όμως ρητορικά αλλά δημοσιονο-
μικά18. Οφείλω να υπενθυμίσω εδώ το ερώτημα που πολλές φορές έθεσα την περίοδο

2010-2019: Τι θα συνέβαινε το 2010 ή το 2011, αν δεν είχε παρέμβει ο νομοθέτης, αν δεν
είχε λάβει κανένα επώδυνο νομοθετικό μέτρο, αν δεν είχε προβεί σε καμία νομοθετική
περικοπή μισθού και σύνταξης, αλλά η χώρα οδηγείτο χωρίς νομοθετικό πλαίσιο στην
ασύντακτη χρεωκοπία και στην πρακτική αδυναμία καταβολής μισθών, συντάξεων και
κρίσιμων δημοσίων δαπανών υγείας, πρόνοιας, εκπαίδευσης και άμυνας; Ποια θα ήταν

η στάση του συνταγματικού δικαστή και ποιο θα ήταν το «συνταγματικό δίκαιο της

ασύντακτης χρεοκοπίας»19, αν δεν είχε μεσολαβήσει καμία νομοθετική ρύθμιση ή διοι-
κητική πράξη η οποία να ρυθμίζει τα ζητήματα αυτά και να δημιουργεί πιθανά προβλή-
ματα αντισυνταγματικότητας ή αντισυμβατότητάς της προς την ΕΣΔΑ ή το ευρωπαϊκό

ενωσιακό δίκαιο; Τι θα συνέβαινε αν πηγαίναμε πλησίστιοι προς την καταστροφή με το

ισχύον, πριν την έκρηξη της δημοσιονομικής και χρηματοοικονομικής κρίσης, νομοθε-
τικό πλαίσιο και με την επικρατούσα έως τότε δημοσιονομικά «γενναιόδωρη» ερμηνεία

του Συντάγματος, χωρίς καμία επίγνωση και χωρίς καμία αντίδραση; Φοβούμαι ότι δεν
θα υπήρχε κράτος και μαζί με αυτό ούτε δημοκρατικοί ούτε δικαιοκρατικοί θεσμοί.

Η αναθεώρηση καθώς θέτει υπό διακινδύνευση τον αυστηρό χαρακτήρα του Συ-
ντάγματος δοκιμάζει τη σχέση Δημοκρατίας - Συγκυρίας - Ιστορίας20, γιατί η Δημο-
κρατία, όπως έχει ειπωθεί κατ ́ επανάληψη, είναι από τη φύση της, λόγω του περιο-
δικού χαρακτήρα των εκλογών και της ανάγκης να ανανεώνεται η λαϊκή εντολή και

να επιβεβαιώνεται η λαϊκή κυριαρχία, συγκυριακού χαρακτήρα. Η Ιστορία έρχεται εκ
των υστέρων και εκ του αποτελέσματος. Υπάρχει μόνο ένας θεσμός στη νεωτερική
και μετανεωτερική κοινωνία που διατηρεί τη σχέση της Δημοκρατίας με την Ιστορία

και αυτός είναι, σε κάποιο βαθμό, το Σύνταγμα. Το τυπικό, γραπτό και αυστηρό Σύ-
νταγμα. Η αναθεώρηση όμως, εφόσον ανακινηθεί ως διαδικασία, ανοίγει μία περίοδο

«ηρτημένου του Συντάγματος», δηλαδή μία περίοδο κατά την οποία αμφισβητείται η
αυστηρότητά του.

Η αναθεώρηση λοιπόν και ως εκ τούτου συνολικά το συνταγματικό φαινόμενο βλέ-
πουμε ότι συνδέεται πάντα - για να έρθω στο εισαγωγικό ερώτημα μου - με μία διά-
σταση «συνταγματικής θεολογίας». Η αναθεώρηση δείχνει να έχει ακόμη έναν οιονεί

θαυματουργικό21 χαρακτήρα υπό δύο εκδοχές: Η μία εκδοχή είναι η εκδοχή της Καινής
Διαθήκης, το σχήμα της Κολυμβήθρας του Σιλωάμ. Με την κίνηση της αναθεωρητικής
διαδικασίας ανακινείται η κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Η Βουλή αποκτά τις δυνατότητες

να ψαύσει τον μακρύ ιστορικό χρόνο. Όσα προβλήματα εμβαπτισθούν στην κολυμβή-
θρα του αναθεωρητικού Σιλωάμ μπορεί να θεραπευθούν, τα υπόλοιπα απλώς παραμέ-
νουν. Η κολυμβήθρα μπορεί να μην θεραπεύσει όλα τα προβλήματα, αλλά υποτίθεται

ότι τουλάχιστον δεν τα επιδεινώνει.
Το δεύτερο σχήμα έρχεται από την Παλαιά Διαθήκη και είναι ο Δανιήλ στο λάκκο των
λεόντων. Το στοίχημα είναι η ζωή του, η σωτηρία επέρχεται δια του θαύματος μέσω

της εξημέρωσης των θηρίων. Το Σύνταγμα είναι ο Δανιήλ. Λάκκος είναι η αναθεωρητι-

κή διαδικασία. Λέοντες τα προβλήματα, οι περισπασμοί, ο συνταγματικός λαϊκισμός, ο

μαξιμαλισμός, ο κίνδυνος να χαλάσεις περισσότερα από όσα φτιάχνεις με την αναθεω-
ρητική διαδικασία.

Η μόνη συνεπώς εγγύηση ορθολογισμού και αυστηρότητας απέναντι στη συνταγ-
ματική μεταφυσική που ορισμένοι πιστεύουν, δηλαδή σε αυτή τη «θεολογική» και

«θαυματουργική» διάσταση της αναθεώρησης, η μόνη εγγύηση ορθολογισμού ως

προς την αυστηρότητα του Συντάγματος, είναι η αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέ-
μπτων του όλου αριθμού των βουλευτών που πρέπει να παραμείνει στη διάθεση της

δεύτερης Βουλής, η οποία αποφασίζει για τις υπό αναθεώρηση διατάξεις και συντελεί
την αναθεώρηση.
Το Σύνταγμα του 1975, με το άρθρο 110 που στο σημείο αυτό έχει μείνει αναλλοίωτο

μέχρι σήμερα, εισάγει το στοιχείο των μεταπλειοψηφικών εγγυήσεων για την αναθε-
ώρηση, παρέχοντας τη δυνατότητα αυτό να μεταφερθεί στη δεύτερη Βουλή, την ανα-
θεωρητική Βουλή22. Αυτό δεν ήταν αυτονόητο, δεν υπήρχε στα προηγούμενα ελληνικά

συντάγματα. Τα προηγούμενα ελληνικά συντάγματα, ήδη από το Σύνταγμα του 1864,

προέβλεπαν αυξημένη πλειοψηφία μόνον για την πρώτη φάση της αναθεωρητικής δι-
αδικασίας. Η απλή, δηλαδή η απόλυτη πλειοψηφία, ακόμη και η σχετική σε ορισμένες

στιγμές της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας, αρκούσε για τη δεύτερη φάση. Αλλά
όλες οι αναθεωρήσεις στην ελληνική συνταγματική ιστορία, όπως ξέρουμε, μέχρι την

αναθεώρηση του 1986, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της θέσπισης του Συντάγ-
ματος του 1975 που υποτίθεται ότι έγινε από την αυτοονομασθείσα Ε ́ Αναθεωρητική

Βουλή, δεν συνιστούν κατά κυριολεξία αναθεώρηση, αλλά πρωτογενή μεταβολή. Αυτό

συνέβη το 1911 με υπέρβαση της σχετικής διαδικασίας. Συνέβη το 1952 με αλλεπάλλη-
λες Βουλές και μία διαδικασία που τελικώς δεν ανταποκρινόταν στις προδιαγραφές του

Συντάγματος του 1911. Είχε προηγουμένως συμβεί και στην πυκνή περίοδο 1924-1927.
Μόνες λοιπόν κατά κυριολεξία αναθεωρητικές διαδικασίες είναι οι διαδικασίες της

Μεταπολίτευσης23. Η συνταγματική πρακτική της Βουλής του 1985 ενόψει της αναθεώ-
ρησης του 1986, της Βουλής του 1998 ενόψει της αναθεώρησης του 2001 και της Βου-
λής του 2006 ενόψει της αναθεώρησης του 2008 είναι ότι η πρώτη Βουλή αποφαίνεται

για την ανάγκη αναθεώρησης και συγκροτεί μόνο κατάλογο των αναθεωρητέων διατά-
ξεων, χωρίς κατευθύνσεις, ενώ η δεύτερη Βουλή συντελεί ελεύθερα την αναθεώρηση

εντός των ορίων του καταλόγου των διατάξεων την ανάγκη αναθεώρησης των οποίων
διαπίστωσε η πρώτη Βουλή. Αυτή είναι η συνταγματική πρακτική. Είχα την ευκαιρία, σε

πρόσφατη μελέτη μου24, να διατυπώσω αναλυτικά τις απόψεις μου ως προς το ερώτη-
μα αν η δεύτερη Βουλή (η αναθεωρητική) δεσμεύεται από τις αποφάσεις της πρώτης

Βουλής που διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης ως προς την κατεύθυνση της ανα-
θεώρησης που θα συντελεστεί, αν συντελεστεί τελικά. Θα μπορούσα να κωδικοποιήσω

τις θέσεις μου σε τέσσερα σημεία:

1. Η κρατούσα επιστημονικά άποψη είναι πως δεν δεσμεύεται η αναθεωρητική Βου-
λή ως προς την κατεύθυνση.

2. Η περίοδος 1986-2008 καταγράφει την πρακτική που μόλις προανέφερα σε σχέση
με τις πρώτες Βουλές που αποφασίζουν για την ανάγκη αναθεώρησης.
3. Έχουν, παρόλα αυτά, διατυπωθεί σημαντικές αντίθετες επιστημονικές απόψεις
υπέρ της δέσμευσης της επόμενης βουλής από τις κατευθύνσεις της πρώτης.
4. Έχουν επίσης διατυπωθεί ψήγματα συλλογισμών στη νομολογία με μία απόφαση
του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου (11/2003) και μία απόφαση της Ολομέλειας του
Συμβουλίου της Επικρατείας (2512/2016), χωρίς ειδικότερη αιτιολογία και στο πλαίσιο

της οικονομίας της συγκεκριμένης δίκης. Αυτές οι αποφάσεις αποκλίνουν από τη μα-
κρά σειρά αποφάσεων που έχουν κρίνει τη συνταγματικότητα προηγούμενων αναθε-
ωρήσεων, προηγούμενων συνταγματικών μεταβολών. Γιατί σε όλες τις προηγούμενες

περιπτώσεις ο δικαστής αρκείται στο να διαπιστώσει αν έχει τηρηθεί η διαδικασία ή αν

έχουμε υπέρβαση λόγω ιστορικών συσχετισμών και μεταβολών και «συμβολαιογραφι-
κά» καταγράφει τη διάκριση, ανάμεσα σε μία κανονική αναθεωρητική διαδικασία και

μία πρωτογενή συνταγματική μεταβολή.

Ενόψει αυτού του σκηνικού και χωρίς να εισέρχομαι σε λεπτομέρειες που έχω ανα-
λύσει στην παραπάνω μελέτη μου, μόνες εγγυήσεις είναι: πρώτον, η τήρηση της συνταγ-
ματικής πρακτικής και από την παρούσα Βουλή (της περιόδου Σεπτεμβρίου 2015- Ιουνί-
ου 2019), δηλαδή λήψη απόφασης επί της ανάγκης αναθεώρησης συγκεκριμένων, αριθ-
μητικά προσδιοριζομένων, διατάξεων και κατάρτιση του καταλόγου χωρίς κατεύθυνση.

Και, δεύτερον, η διατήρηση για τη δεύτερη Βουλή της αυξημένης πλειοψηφίας των τρι-
ών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών για όλες τις διατάξεις. Γιατί δεν υπάρχει

άλλη εγγύηση η οποία να λειτουργεί πρακτικά. Εκτός φυσικά και αν διαμορφώνεται από

την πρώτη Βουλή συναίνεση ως προς την ανάγκη αλλά και ως προς το τελικό περιεχό-
μενο της διάταξης ή εκτός και αν κάποια κόμματα θέλουν να παραιτηθούν εκ προοιμίου

της δυνατότητάς τους να επηρεάσουν την τελική κατάστρωση των υπό αναθεώρηση
διατάξεων λόγω υπερβολικής πολιτικής αυτοπεποίθησης (ως προς το αποτέλεσμα των
επόμενων εκλογών) ή εσφαλμένης επιστημονικής εκτίμησης (ως προς τη δυνατότητα

της πρώτης Βουλής να δεσμεύει και μάλιστα με απλή πλειοψηφία την επιλογή του εκλο-
γικού σώματος και στη συνέχεια της πλειοψηφίας της επόμενης Βουλής ).

Κλείνω με μία προκαταρκτική σκέψη σε σχέση με τις προτάσεις που έχουν διατυπω-
θεί για την αναθεώρηση της ίδιας της αναθεωρητικής διαδικασίας25, ζήτημα στο οποίο

αναφέρθηκε ο Κώστας Μαυριάς στη σύντομη, αλλά καίρια τοποθέτησή του.

Το άρθρο 110, για να είμαι πάρα πολύ συνοπτικός, ανήκει στις διατάξεις που χα-
ρακτηρίζονται στη διεθνή βιβλιογραφία, διατάξεις αυτοαναφορικής θεμελίωσης της

υπεροχής των Συνταγμάτων26 υπό τις επιφυλάξεις που σημείωσα παραπάνω για το
διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο, την αμφισβήτηση δηλαδή γύρω από την υπεροχή (ή

την προτεραιότητα εφαρμογής) και την αλληλοπεριχώρηση που διαμορφώνεται στα-

διακά μεταξύ εθνικών συνταγμάτων, ευρωπαϊκής έννομης τάξης και έννομης τάξης της
ΕΣΔΑ μέσω του αμοιβαίου σεβασμού και των αναγκαίων υποχωρήσεων προκειμένου
να διαμορφώνεται ένας ενιαίος ευρωπαϊκός συνταγματικός χώρος.

Η διαδικασία του άρθρου 110 στο δικό μας Σύνταγμα είναι αποκλειστική. Το Ελληνι-
κό Σύνταγμα δεν αφήνει περιθώρια να αναδειχθεί συντρέχουσα αναθεωρητική διαδι-
κασία, όπως συνέβη με το άρθρο 11 του Γαλλικού Συντάγματος, δηλαδή με την απευ-
θείας προκήρυξη δημοψηφίσματος οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται μάλιστα

σε δικαστικό έλεγχο27.
Η αναθεωρητική διαδικασία ως όχημα λειτουργεί ταυτόχρονα και ως πρόσχημα,

όταν ασκείται πρωτογενής συντακτική εξουσία με ορισμένους αυτοπεριορισμούς, αλ-
λά ελπίζω ότι αυτό είναι ένα στάδιο συνταγματικής ωρίμανσης που έχουμε προ πολλού

ξεπεράσει στη χώρα μας.
Η διεθνής συζήτηση για τις μη αναθεωρούμενες διατάξεις εστιάζεται κυρίως στα

ουσιαστικά όρια της αναθεώρησης, στη λεγόμενη ρήτρα αιωνιότητας,28 δηλαδή σε δι-
ατάξεις αντίστοιχες με τον σκληρό πυρήνα των μη υποκείμενων σε αναθεώρηση δια-
τάξεων του άρθρου 110 παρ. 1. Όπου υπάρχουν Συντάγματα χωρίς σκληρό πυρήνα, η

ερμηνεία και πολλές φορές η νομολογία αναδεικνύει ερμηνευτικά τέτοιο σκληρό πυρή-
να.29 Στην Ελλάδα έχουμε το προηγούμενο του 1984 που ανέφερε ο Κώστας Μαυριάς.

Στην Κύπρο καταγράφεται ήδη από το 1964 μια παράλληλη διαδικασία θέσπισης κα-
νόνων συνταγματικής περιωπής θεμελιωμένη πρωτογενώς στο δίκαιο της ανάγκης και

όχι στις σχετικές διατάξεις του Κυπριακού Συντάγματος το οποίο όμως αναθεωρείται
από το 1990 κατά την προβλεπόμενη σε αυτό τυπική διαδικασία30.
Δεν πρέπει συνεπώς να ξεχνάμε έναν όρο ο οποίος έχει τη δική του βαρύτητα: την
καταστρατήγηση του Συντάγματος31. Η καταστρατήγηση, η εκ του πλαγίου παραβίαση
του Συντάγματος αφορά πρωτίστως τις διαδικαστικές διατάξεις του άρθρου 110. Έχω
υποστηρίξει από το 1984 ότι τα διαρθρωτικά στοιχεία της αναθεωρητικής διαδικασίας,
όπως και ο σκληρός πυρήνας των μη υποκείμενων σε αναθεώρηση διατάξεων, δεν
υπόκεινται σε αναθεώρηση. Τέτοια διαρθρωτικά στοιχεία είναι:

Πρώτον, η αυξημένη πλειοψηφία, δηλαδή οι μεταπλειοψηφικές εγγυήσεις της ανα-
θεώρησης.

Δεύτερον, η προθεσμία του ώριμου χρόνου που δεν χρειάζεται να είναι αναγκαστικά

πενταετία, ούτε να είναι η ίδια για τις μόλις αναθεωρηθείσες ή για τις μη αναθεωρη-
θείσες διατάξεις, αλλά σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπάρχει. Αυτό σχετίζεται με την

εμπειρία του μεσοπολέμου και ιδίως με την εμπειρία του εκβιασμού του Συντάγματος
της Βαϊμάρης. Το όχημα ήταν η απουσία πρόβλεψης για προθεσμία ώριμου χρόνου.
Η δυνατότητα διεξαγωγής της αναθεώρησης σε μία Βουλή, ακόμη και αν απαιτούνται
δύο σύνοδοι της ίδιας βουλευτικής περιόδου

Τρίτον, η παρεμβολή του εκλογικού σώματος. Ο Φίλιππος Σπυρόπουλος, υποστηρί-
ζει ότι καθεαυτές οι εκλογές που μεσολαβούν είναι διαρθρωτικό στοιχείο της αναθε-
ωρητικής διαδικασίας32. Πάντως η παρεμβολή του εκλογικού σώματος είναι στοιχείο

δομικό που δεν μπορεί να λείπει από μία «αναθεωρημένη εκδοχή» της αναθεωρητικής
διαδικασίας33.
Η αναθεώρηση είναι μια πολιτική διαδικασία, είναι μια διεργασία διαμόρφωσης του
αναγκαίου συσχετισμού δυνάμεων, δηλαδή των αναγκαίων συναινέσεων, που πρέπει
να εξελίσσεται με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον, αφορά την Ιστορία. Τα διλήμματα

της αναθεώρησης δεν είναι συνεπώς απλώς πολιτικά αλλά ιστορικά. Η επιστήμη προ-
σφέρει το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται οι διαδικασίες, δεν μπορεί να δώσει

την πολιτική και ιστορική απάντηση. Οφείλει όμως να λέει την αλήθεια. Ρεαλιστικά
και χωρίς προκατάληψη. Γιατί χωρίς θεσμική επίγνωση δεν μπορούμε να έχουμε ούτε
ιστορική επίγνωση για το μέλλον αυτού του τόπου.

  • Lawyer Magazine
Ενημερωθείτε τώρα για τα νέα μας. Εγγραφείτε στο NEWSLETTER μας!
  • Ο ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΟΜΙΛΟΣ
  • ΤΑ ΤΜΗΜΑΤΑ
  • ΝΕΑ | ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ
  • FAQ
  • LAWYER MAGAZINE
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

© https://www.giannopoulosm.gr/ 2026 | All Rights Reserved | Design & Development by Reality

Captcha