Προτάσεις για τη Συνταγματική Αναθεώρηση
Μια σύνοψη των εισηγήσεων που προέκυψαν από την πρωτοβουλία της διαΝΕΟσις για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.
διαΝΕΟσισ | Φεβρουάριος 2026
Η Εισαγωγή του πρόσφατου τόμου της διαΝΕΟσις, που περιέχει τις προτάσεις που διατυπώθηκαν στο ανοιχτό συνέδριο που διοργάνωσε ο οργανισμός, για μια γόνιμη Συνταγματική Αναθεώρηση σε οκτώ κρίσιμα πεδία: Κοινοβούλιο· Δικαιοσύνη· Ανεξάρτητες Αρχές· Εκτελεστική Λειτουργία: ΠτΔ-Κυβέρνηση-Δημόσια Διοίκηση· Θρησκεύματα· Ατομικά Δικαιώματα· Κοινωνικό Κράτος· Οικονομία.
Ένα σύγχρονο και ανθεκτικό Σύνταγμα είναι ο θεμέλιος λίθος που ενισχύει τους θεσμούς, διασφαλίζει την ευημερία των πολιτών και θωρακίζει την κοινωνική συνοχή.
Το ανοιχτό συνέδριο, το οποίο διοργάνωσε η διαΝΕΟσις από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 2025, είχε ως σκοπό να θέσει τις βάσεις για έναν ανοιχτό και πολυεπίπεδο διάλογο, ο οποίος θα φωτίσει τα ζητήματα που απαιτούν προσαρμογή, ώστε με την επόμενη Αναθεώρηση, το ελληνικό Σύνταγμα να απαντήσει αποτελεσματικά στις σύνθετες προκλήσεις του 21ου αιώνα.
Το συνέδριο αυτό χωρίστηκε σε οκτώ θεματικές ενότητες, στις οποίες αντιστοιχούσε μία ξεχωριστή εκδήλωση, όπου ένας ειδικός είχε τον ρόλο του συντονιστή. Στις οκτώ εκδηλώσεις που διοργανώθηκαν, συνολικά 52 εισηγητές διατύπωσαν τις θέσεις τους για τα αντίστοιχα θέματα, για το πώς συνδέονται –ή δεν συνδέονται– με την αποστολή του Συντάγματος, καθώς και για το πώς αυτά θα μπορούσαν να ενσωματωθούν σε μια πιθανή Αναθεώρηση. Στη συνέχεια, οι προτάσεις που διατυπώθηκαν σχολιάστηκαν και εμπλουτίστηκαν από μια Στρογγυλή Τράπεζα σημαντικών προσωπικοτήτων από ένα ευρύ φάσμα ειδικοτήτων. Οι εισηγητές και οι συντονιστές έλαβαν υπ’ όψιν τους τον ζωντανό διάλογο στις εκδηλώσεις και παρέδωσαν σε επόμενο χρόνο την πλήρη εισήγησή τους,1 καθώς και μία περίληψή της. Ο κάθε συντονιστής έγραψε μια επιτελική σύνοψη των όσων ακούστηκαν στην αντίστοιχη ενότητα.
Η έκδοση της διαΝΕΟσις συγκεντρώνει τις επιτελικές συνόψεις των συντονιστών, καθώς και τις περιλήψεις των 58 εισηγήσεων. Οργανώνεται σε οκτώ κεφάλαια, αντίστοιχα με τις θεματικές ενότητες του συνεδρίου: Κοινοβούλιο· Δικαιοσύνη· Ανεξάρτητες Αρχές· Εκτελεστική Λειτουργία: Πρόεδρος της Δημοκρατίας-Κυβέρνηση-Δημόσια Διοίκηση· Θρησκεύματα· Ατομικά Δικαιώματα· Κοινωνικό Κράτος· Οικονομία.
Παρακάτω μπορείτε να βρείτε μια συνοπτική παρουσίαση των προτάσεων που διατυπώθηκαν στα τελικά κείμενα των εισηγήσεων. Είναι σημαντικό σε αυτό το σημείο να σημειώσουμε ότι η διαΝΕΟσις δεν υιοθετεί απαραιτήτως το σύνολο των προτάσεων που ακούστηκαν, ή όσες σταχυολογούνται παρακάτω, παρά μόνο τις συγκεντρώνει και τις καταθέτει ανοιχτά στον δημόσιο διάλογο, με σκοπό να τον εμπλουτίσει και να τον διευρύνει.
I. Κοινοβούλιο
Μια Συνταγματική Αναθεώρηση είναι πολύ πιθανό να αναζωπυρώσει μια διαχρονική συζήτηση: τον εκσυγχρονισμό του κοινοβουλευτικού μας συστήματος. Η διαδικασία της Αναθεώρησης προσφέρει μια σημαντική ευκαιρία για να δούμε ξανά κρίσιμες θεσμικές διατάξεις που αφορούν την καρδιά της δημοκρατίας, τη λειτουργία του Κοινοβουλίου.
II. Δικαιοσύνη
ΗΔικαιοσύνη αποτελεί πάντοτε έναν από τους πιο κρίσιμους άξονες κάθε συζήτησης για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Ωστόσο, όπως παρατήρησαν πολλοί συμμετέχοντες στο ανοιχτό συνέδριο, προτού διατυπωθούν προτάσεις αλλαγών, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι για πολλά από τα προβλήματα που καταγράφονται σήμερα δεν απαιτείται Αναθεώρηση του Συντάγματος, αλλά αρκούν στοχευμένες νομοθετικές παρεμβάσεις και η συνεπής εφαρμογή τους. Το Σύνταγμα, με άλλα λόγια, δεν είναι πανάκεια: Οι υπερβολικές διακηρύξεις ή η συσσώρευση νέων διατάξεων δεν διασφαλίζουν από μόνες τους την ποιότητα και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Αντίθετα, η πληθωρική ρύθμιση μπορεί συχνά να λειτουργήσει αντίστροφα, καθώς η Ελλάδα είναι πιθανώς η μόνη ευρωπαϊκή χώρα με τόσο εκτεταμένες συνταγματικές προβλέψεις για τη Δικαιοσύνη, πολλές από τις οποίες θα μπορούσαν να εντάσσονται στη δικονομική νομοθεσία.
Η συζήτηση αυτή διεξάγεται, ωστόσο, σε μια περίοδο έντονης αμφισβήτησης των θεσμών, και ιδιαιτέρως της Δικαιοσύνης. Η επιφυλακτικότητα σημαντικού μέρους της κοινής γνώμης ως προς την ανεξαρτησία της από την εκτελεστική εξουσία, ακόμη και αν δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα, πλήττει αναπόφευκτα το ίδιο το κράτος δικαίου. Η Αναθεώρηση, συνεπώς, δεν μπορεί να αγνοήσει αυτήν τη διάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών.
Οι προτάσεις που διατυπώνονται επικεντρώνονται κυρίως σε δύο μεγάλες θεματικές: τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητάς της, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου.
III. Ανεξάρτητες Αρχές
Οι Ανεξάρτητες Αρχές (ΑΑ) εισήχθησαν στην ελληνική έννομη τάξη περίπου πριν από 35 χρόνια και, αν και αρχικά αντιμετωπίστηκαν με αμφιβολίες ως προς τη συνταγματικότητά τους, γρήγορα αναδείχθηκαν σε σημαντικό θεσμό της σύγχρονης Ελληνικής Δημοκρατίας.
Στην αρχική τους φάση, υπήρξαν αντιφάσεις ως προς την πολιτική και δημοκρατική νομιμοποίηση αυτών των διοικητικών οργάνων. Οι αμφιβολίες επικεντρώνονταν στο κατά πόσον οι ΑΑ μπορούσαν να συνυπάρξουν αρμονικά με την κοινοβουλευτική αρχή, τη διάκριση των εξουσιών και τη δημοκρατική αρχή εν γένει.
Η κατάσταση άλλαξε ριζικά το 2001, όταν η συνταγματική κατοχύρωση των ΑΑ παρείχε ένα πιο σταθερό και εγγυημένο θεσμικό πλαίσιο για πέντε βασικές Αρχές. Παράλληλα, ο νομοθέτης θέσπισε έναν γενικό μηχανισμό για τη λειτουργία και τη συγκρότησή τους, καθώς και εγγυήσεις για την ανεξαρτησία τους. Η συνταγματική αυτή κατοχύρωση ενίσχυσε τη δημοκρατική τους νομιμοποίηση, αλλά ταυτόχρονα δημιούργησε νέες προκλήσεις σχετικά με την πολιτική και θεσμική τους εξάρτηση.
Η πρόσφατη εμπειρία του πολιτικού αδιεξόδου στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής, το οποίο οδήγησε στην αδυναμία επιλογής νέων μελών για τις ΑΑ, κατέδειξε με σαφή τρόπο τον κίνδυνο της πολιτικής παρεμβατικότητας και την απειλή της θεσμικής παράλυσης. Αυτή η κρίση ανέδειξε την ανάγκη για εξορθολογισμό του πλαισίου λειτουργίας των Αρχών. Στόχος είναι να αρθεί η εξάρτησή τους από την εκάστοτε πολιτική βούληση, διασφαλίζοντας έτσι την αποτελεσματική και αδιάλειπτη λειτουργία τους.
IV. Εκτελεστική Λειτουργία: ΠτΔ-Κυβέρνηση-Δημόσια Διοίκηση
Ηεκτελεστική λειτουργία αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα πεδία στη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση. Το σύγχρονο ελληνικό κράτος έχει οικοδομηθεί πάνω σε μια διαδρομή έντονων πολιτικών παρεμβάσεων, διακομματικών εξαρτήσεων και διοικητικών ασταθειών, που οδήγησαν στη δημιουργία ενός μηχανισμού συχνά δυσκίνητου και εσωστρεφούς. Η δημόσια διοίκηση διαμορφώθηκε συχνά μέσα από πελατειακές σχέσεις, με διαρκείς μεταβολές στη δομή και τη λειτουργία της, με προσλήψεις χωρίς αντικειμενικά κριτήρια και με έντονη εξάρτηση από την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Συνεπώς, η κρατική μηχανή χαρακτηρίζεται από ευνοιοκρατία, νομικισμό και χαμηλή απόδοση ευθύνης, αδυνατώντας να υποστηρίξει μακροπρόθεσμα τον σχεδιασμό και την υλοποίηση συνεκτικών δημόσιων πολιτικών.
Η συζήτηση για την Αναθεώρηση, επομένως, δεν μπορεί να αγνοήσει την κρίση αποτελεσματικότητας, νομιμοποίησης και αντιπροσώπευσης του ελληνικού κράτους.
Συνολικά, οι προτάσεις συγκλίνουν σε μία κεντρική κατεύθυνση: Η επόμενη Συνταγματική Αναθεώρηση πρέπει να στοχεύει σε ένα αποτελεσματικό, αξιοκρατικό και αποκεντρωμένο κράτος, που θα συνδυάζει την επιτελική ικανότητα της κεντρικής διοίκησης με την επιχειρησιακή ευελιξία των αποκεντρωμένων δομών. Η ενίσχυση των θεσμικών αντιβάρων, η διαφάνεια και η λογοδοσία στο εσωτερικό της εκτελεστικής εξουσίας και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος συνιστούν όχι μόνο ζητούμενα συνταγματικού εκσυγχρονισμού, αλλά θεμέλια για μια νέα πολιτική και διοικητική κουλτούρα στη χώρα.
V. Θρησκεύματα
Οισυνταγματικές διατάξεις που ρυθμίζουν τα θρησκεύματα και, ειδικότερα, τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας αποτελούν από τα πιο ανθεκτικά τμήματα του ελληνικού Συντάγματος. Σήμερα, ωστόσο, κρίνεται από πολλούς ότι είναι ώριμη η ανάγκη επανεξέτασης αυτών των διατάξεων. Ο στόχος δεν είναι συγκρουσιακός ή αντικληρικός, αλλά η αποσαφήνιση διατυπώσεων και η απομάκρυνση ρυθμίσεων που λειτουργούν ως κατάλοιπα ενός άλλου ιστορικού πλαισίου. Στο επίκεντρο αυτής της επανεξέτασης βρίσκονται το προοίμιο και τα άρθρα 3, 13, 16 παρ. 2 και 33 παρ. 2 του Συντάγματος.
Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο δεν είναι ένας «αντιεκκλησιαστικός χωρισμός», αλλά μια ώριμη θεσμική εξισορρόπηση. Μια νέα συνταγματική διατύπωση πρέπει να κατοχυρώνει την πλήρη ελευθερία της πίστης και της συνείδησης, να διασφαλίζει τον αυτοδιοίκητο χαρακτήρα των θρησκευτικών κοινοτήτων, και ταυτόχρονα να επιβεβαιώνει τον κοσμικό, δημοκρατικό χαρακτήρα του ελληνικού κράτους. Η συνύπαρξη Πολιτείας και Εκκλησίας οφείλει να μετατραπεί από ιστορική συνήθεια σε ώριμη θεσμική επιλογή, στη βάση του αμοιβαίου σεβασμού και της συνταγματικής νομιμότητας.
VI. Ατομικά Δικαιώματα
Ησυζήτηση για τα ατομικά δικαιώματα στο ελληνικό Σύνταγμα εγείρει το ερώτημα αν απαιτείται Αναθεώρηση των σχετικών διατάξεων, δεδομένου ότι η προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων εξελίσσεται συνεχώς μέσω της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Παρά τον υπερεθνικό χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, τα εθνικά Συντάγματα διατηρούν κρίσιμο ρόλο, συνδιαμορφώνοντας την ευρωπαϊκή συναίνεση και παρέχοντας υψηλότερο επίπεδο προστασίας. Η ανάγκη επικαιροποίησης των διατάξεων είναι, επομένως, σημαντική, λόγω των νέων κοινωνικών, τεχνολογικών και αξιακών προκλήσεων.
VII. Κοινωνικό Κράτος
Ησυζήτηση για το κοινωνικό κράτος στο πλαίσιο της Συνταγματικής Αναθεώρησης αναδεικνύει την ανάγκη προσαρμογής των σχετικών συνταγματικών διατάξεων στις νέες κοινωνικές και δημοσιονομικές συνθήκες. Η προστασία του κοινωνικού κράτους, όπως διαμορφώνεται από τα άρθρα 21, 22 και 25 του Συντάγματος, πρέπει να ανταποκριθεί στις σύγχρονες προκλήσεις και στους κινδύνους που προκύπτουν από τη γήρανση του πληθυσμού, τη συρρίκνωση του εργατικού δυναμικού, τις νέες τεχνολογίες και τις οικονομικές κρίσεις. Για να διατηρηθεί η αποτελεσματικότητα του συστήματος κοινωνικής προστασίας και να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητά του, προτείνονται συγκεκριμένες συνταγματικές τροποποιήσεις.