*Διδάχθηκαν όλα τα κρίσιμα νομικά ζητήματα που τέθηκαν στην γραπτή εξέταση
ΑΣΤΙΚΟΥ - ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ κατεύθυνση ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ
του φετινού εισαγωγικού διαγωνισμού (ΕΣΔΙ 2026).
Σχέσεις ποινικής και πολιτικής δίκης
Ιδίως το τεκμήριο αθωότητας και η πολιτική δίκη
II ΑΠ 987/2008
2) ΑΠ(Ολ) 8/2019
3) ΑΠ(Ολ) 4/2020
5) ΑΠ 1238/2021
6) ΜΠρΠατρ 35/2020
7) ΑΠ 2181/2003
Διασταύρώση της πολιτικής δικαιοδοσίας με τις υπόλοιπες
II. Πολιτική και ποινική δικαιοδοσία
Η μη ανάμιξη της μιας δικαιοδοσίας στις υποθέσεις της άλλης επαληθεύεται και στο ζεύγμα πολιτική-ποινική δικαιοδοσία επισφραγίστηκε μάλιστα πρόσφατα η εκατέρωθεν ανεξαρτησία τους με την κατάργηση της δυνατότητας ασκήσεως πολιτικής αγωγής για τις αξιώσεις του θύματος στα ποινικά δικαστήρια από τον νέο ΚΠολΔ (ν. : 4620/2019, όπως τροπ. δυνάμει του ν. 4637/2019). Σε αντίθεση προς το προϊσχύον του ΚΠολΔ νομικό καθεστώς, οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, καθώς αφορούν αποκλειστικά στην ποινική αξίωση της πολιτείας, δεν παράγουν δεσμευτικό δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 1459/2022), ενώ και το δεδικασμένο των τελευταίων επί των ιδιωτικού δικαίου αξιώσεων δεν δεσμεύει τα ποινικά δικαστήρια. Ούτε από τις διεξαχθείσες στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας αποδείξεις και διαπιστώσεις δεσμεύεται το πολιτικό δικαστήριο (αξιολογούνται απλώς ως δικαστικά τεκμήρια), το οποίο είναι ελεύθερο να τις εκτιμήσει διαφορετικά (ΑΠ 394/2022). Η απαλλαγή από την ποινική ευθύνη ουδέποτε αποκλείει την αστική ευθύνη του ίδιου προσώπου. Δεν αποκλείεται λοιπόν στο πλαίσιο του ίδιου ιστορικού συμβάντος να κριθεί π.χ. υπαίτιος του ατυχήματος και να καταδικαστεί από το ποινικό δικαστήριο ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να θεωρηθεί ανυπαίτιος και να απορριφθεί κατόπιν αυτού η εναντίον του αγωγή από το πολιτικό (αστικό) δικαστήριο. Η λύση αυτή προκύπτει όχι μόνον από την αδυναμία οποιασδήποτε μορφής νομικής δεσμεύσεως του πολιτικού δικαστηρίου από την απόφαση του ποινικού, αλλά και από τη διαφορετικότητα της εκατέρωθεν αποδεικτικής διαδικασίας (ως προς το σύστημα συλλογής των αποδείξεων, ως προς το είδος και τον βαθμό της δικανικής πεποιθήσεως, ως προς την κατανομή του βάρους αποδείξεως, ως προς το μέτρο της επιμέλειας, π.χ. αντικειμενική στην πολιτική, υποκειμενική στην ποινική δίκη (ΕΔΔΑ 20.2.2024, αριθ. αιτήσεως 65067/16), γενικότερα δε από διαφορετικότητα του αντικειμένου και της λειτουργικής αποστολής των δύο δικών (βλ. εγγ. πλήρης ΟλΑΠ 4/2020. ΑΠ 1577/2022- 151/2014). Καθώς όμως κατοχυρώνεται ευρέως το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου (ΕΣΔΑ 6 II, Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα: 14 ΙΙΙ), Χάρ της Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως: 48 1), οι αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων και όταν ακόμη στηρίζουν την κρίση τους στα ίδια πραγματικά περιστατικά μ' εκείνα της ποινικής δίκης- δεν υποχρεώνονται μεν να στοιχηθούν αποδεικτικά με την ποινική αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση, δεν πρέπει όμως και να θέτουν σε αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου, να παραβιάζουν με τις αιτιολογίες τους, αμέσως ή εμμέσως (με διατυπώσεις, ερωτηματικά, υπαινιγμούς), να ενσπείρουν αμφιβολίες ως προς την απαλλαγή του δράστη, να υπονομεύουν το τεκμήριο της αθωότητάς του (ΑΠ 165/2023- 715/2023), που αποτελεί έκφανση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και εγγύηση της χρηστής διεξαγωγής οποιασδήποτε δίκης. Έστω και αν ο δράστης απαλλάχθηκε λόγω αμφιβολιών ή κατά πλειοψηφία δεν επιτρέπεται στο πολιτικό δικαστήριο να επικαλεστεί τα ανωτέρω στοιχεία. καλύπτεται δηλαδή κάθε περίπτωση μη διαπιστωμένης ενοχής (ΑΠ 151/2024). Ο δικαστής της πολιτικής δίκης θα πρέπει φυσικά να τεκμηριώνει πλήρως τη (διαφορετική) κρίση του και όχι να επαναλαμβάνει απλώς τα πραγματικά περιστατικά, καταλήγοντας σε διαφορετικό συμπέρασμα. Το τεκμήριο αθωότητας γίνεται σεβαστό, όταν λαμβάνεται υπόψη η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, χωρίς οποιαδήποτε ερμηνεία αυτής ως προς τους λόγους απαλλαγής του κατηγορουμένου και χωρίς άμεση ή έμμεση απόφανση για την ποινική ενοχή του (ΕΔΔΑ 20.2.2024, ανωτ.).
Υπό το φως του νέου ΚΠολΔ σε εξαιρετικές μόνον περιπτώσεις διασταυρώνεται η ποινική με την πολιτική δικαιοδοσία. Το ποινικό δικαστήριο κρίνει και για τα ζητήματα αστικής φύσεως (ΚΠοινΔ 60 1), προφανώς όμως για τις ανάγκες της ποινικής δίκης, παρεμπιπτόντως και χωρίς απολύτως καμία δεσμευτικότητα για τα πολιτικά δικαστήρια. Στην ποινική δίκη δεν προβλέπεται πλέον άσκηση πολιτικής αγωγής για αξιώσεις αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης ώστε αυτές να δικάζονται πλέον αποκλειστικά από τα πολιτικά δικαστήρια. Δεν προκαλούνται έτσι τριβές και συγχύσεις.
Ενίοτε, και η έκβαση εκκρεμούς ποινικής δίκης μπορεί να επηρεάσει τη διάγνωση της ιδιωτικού δικαίου διαφοράς. Προκειμένου π.χ. να κριθούν οι ουσιαστικές αξιώσεις από αξιόγραφο κρίνεται αναγκαία η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου για την ύπαρξη της επικαλουμενης πλαστογραφίας. Με ανέλεγκτη, τότε, κρίση του πολιτικού δικαστηρίου δύναται να διαταχθεί και αυτεπαγγέλτως η αναστολή της πολιτικής δίκης μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία (250).
Νικόλαος Νίκας: Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, σελ. 69-70
250 ΚΠολδ
250 Αναβολή μέχρι περάτωσης ποινικής διαδικασίας.
Αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία.
IV. Αναστολή πολιτικής δίκης μέχρι να περατῶώθεί άλλη ποινική δίκη
Αναστολή της εκδικάσεως της επίδικης διαφοράς μπορεί να διαταχθεί και όταν εκκρεμεί ποινική αγωγή, που ασκεί επιρροή στη διάγνωσή της (250). Και η αναστολή αυτή μπορεί να διαταχθεί ύστερα από αίτηση του διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, εκτείνεται δε μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής διαδικασίας (κατ' απώτατο όριο). Προϋπόθεση για τη διάταξη της αναστολής αποτελεί η εκκρεμοδικία ποινικής δίκης, που αρχίζει με την άσκηση ποινικής διώξεως με έναν από τους προβλεπόμενους στο άρθρ. 43 (όπως διαμορφώθηκε από τον ν. 4637/2019) ΚΠοινΔ τρόπους. Μόνη η υποβολή μηνύσεως δεν αρκεί. Η ποινική δίκη θα πρέπει ακόμη να επηρεάζει τη διάγνωση της επίδικης διαφοράς, π.χ. η ποινική δίκη για την ευθύνη του οδηγού του ζημιώσαντος αυτοκινήτου ασκεί άμεση επιρροή στην έκβαση της πολιτικής δίκης, που κρίνει την αστική του ευθύνη από το ατύχημα.
Η χορήγηση και της ανωτέρω αναστολής εναπόκειται στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, που παραμένει αναιρετικώς ανέλεγκτη. Το δικαστήριο οφείλει να σταθμιζει τα συμφέροντα των διαδίκων, την οικονομία της δίκης, την καθυστέρηση που θα προκαλέσει η αναστολή της, τις δυσχέρειες διαγνώσεως στο πλαίσιο της πολιτικής δίκης και τη διευκόλυνση εν γένει της αποδεικτικής διαδικασίας σ' αυτή κ.λπ. Η απόφαση που διατάσσει την αναστολή είναι μη οριστική, ανακαλείται ακόμη και σιωπηρά και δεν προσβάλλεται με ένδικα μέσα (ΑΠ 151/2024). Μετά την έκδοση της αποφάσεως που αναστέλλει την εκδίκαση διαφοράς μέχρι την αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν αρχίζει νέα παραγραφή της επίδικης αξιώσεως. Αυτή αρχίζει μετά την άρση του λόγου της αναστολής, δηλαδή μετά την έκδοση της αμετάκλητης αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου. Η ρύθμιση του άρθρου 250 εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες, επίσης στην εκούσια δικαιοδοσία, όχι όμως στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Ως προς την επανασυζήτηση της υποθέσεως στο δικαστήριο, που διέταξε την αναστολή, ισχύουν τα ανωτέρω (υπό τον αριθ. 10) αναπτυχθέντα.
Ν. Νίκας : Εγχειρίδιο πολιτικής Δικονομίας σελ.: 562
II. Αδικοπρακτική και ποινική ευθύνη
Η αδικοπρακτική και η ποινική ευθύνη έχουν μεν και οι δύο ως κεντρική έννοια την παράνομη και καταλογιστή πράξη (το αδίκημα), επιδιώκουν όμως διαφορετικούς σκοπούς. Ενώ η ποινή επιβάλλεται στον εγκληματία κυρίως χάριν του δημοσίου συμφέροντος με σκοπό την πρόληψη (γενική και ειδική), η υποχρέωση για αποζημίωση επιβάλλεται από τον νόμο (ΑΚ 914 επ.) στον ζημιώσαντα κυρίως χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος και με σκοπό την αποκατάσταση της ζημίας του ζημιωθέντος. Από τη βασική αυτή διαφορά σκοπών συνάγονται ποικίλες ειδικότερες διαφορές, από τις οποίες σημαντικότερες είναι οι εξής:
α) Η ίδια πράξη μπορεί να είναι ταυτόχρονα αστικό και ποινικό αδίκημα, όπως π.χ. η κλοπή (ΠΚ 372) ή η φθορά ξένης ιδιοκτησίας από δόλο (ΠΚ 381). Οι έννοιες όμως του αστικού και του ποινικού αδικήματος δεν συμπίπτουν πάντα και έτσι υπάρχουν αστικά αδικήματα που δεν είναι και ποινικά (όπως π.χ. η φθορά ξένης περιουσίας από αμέλεια) και ποινικά αδικήματα που δεν γεννούν αξίωση προς αποζημίωση (π.χ. η απόπειρα φόνου, εφόσον δεν προξένησε ζημία). Γενικά η αδικοπρακτική ευθύνη καλύπτει ευρύτερο κύκλο περιπτώσεων, καθώς προσδιορίζεται με γενικές ρήτρες (ΑΚ 914, 919). Αντίθετα στο ποινικό δίκαιο ακολουθείται το περιπτωσιολογικό σύστημα (βλ. Σ. 7 και ΠΚ 1, όπου κατοχυρώνεται η αρχή «ουδεμία ποινή άνευ νόμου»).
β) Η ποινική ευθύνη προϋποθέτει πάντοτε πταίσμα και μάλιστα δόλο και μόνο κατ' εξαίρεση αμέλεια. Η αδικοπρακτική ευθύνη αντίθετα γεννιέται ανεξάρτητα από το αν η πράξη τελέστηκε από δόλο ή από αμέλεια, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις γέννησης ευθύνης και χωρίς πταίσμα (βλ. ΑΚ 918, 922, 924 5 1, 925).
γ) Η ποινική ευθύνη είναι αυστηρά προσωποπαγής σε αντίθεση με την ευθύνη προς αποζημίωση που κατά κανόνα μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του υποχρέου (ΑΚ 1710).
δ) Όσον αφορά τέλος την εκδίκαση των αστικών και των ποινικών αδικημάτων, αυτή ανατίθεται σε διαφορετικά δικαστήρια που δικάζουν κατά διαφορετική διαδικασία.
Απ. Γεωργιάδης: Ενοχικό Δικαιο, σελ 646-647
ΑΠ 987/2008
ΑΠ 987/2008 Tμ.A1
Πρόεδρός: A Λοβέρδος, Αντιπρόεδρος
Εισηγητής: Δ. Πατινίδης*, Αρεοπαγίτης
* ανέγνωσε την έκθεση του ήδη τότε
προαχθέντος σε Αντιπρόεδρο του
Αρείου Πάγου Γ. Καλαμίδα
Σύνθεση: Β. Ρήγας Δ. Δαλιάνης, ἰ.-Σ. Τέντες
Δικηγόροι: A. Γρηγοριάδης - Π. Ρούσιάς
Νομικές Διατάξεις: άρθρα 321, 559 αρ. 16 ΚΠολΔ
Οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων δεν παράγουν δεδικασμένο, δεσμεύον τα πολιτικά δικαστήρια.
[...]
Κατά το άρθρο 559 αρ. 16α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Οι αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, καταδικαστικές ή αθωωτικές αμετάκλητες, μετά την έναρξη ισχύος του ΚΠολΔ (16.9.1968, κατ' άρθ. 74 ΕισΝΚΠολΔ), δεν αποτελούν δεδικασμένο για την πολιτική δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι το Εφετείο, που δέχθηκε ότι τέλεσε αδικοπραξία σε βάρος της ενάγουσας-αναιρεσιβλήτου, : ενώ με την προηγηθείσα 2916/2002 απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών είχε κριθεί αμετάκλητα,ότι δεν τέλεσε τις αποδοθείσες σ’ αυτόν αξιόποίνες πράξεις (της απάτης και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως), τα περιστατικά των οποίων ταυτίζονται με τα θεμελιοὔντα την Ιστορική βάση της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη,. υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 16 του KΠολΔ. Εφόσον, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, η άνω ποινική απόφαση δεν αποτελεί δεδικα- . σμένο για την παρούσα πολιτική δίκη ο λόγος αυτός τῆς αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Αυτά, ανεξαρτήτως του ότι ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι atrop- ριπτέος ὡς αόριστος, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι 0 σχετικός περί δεδικασμένου ισχυρισμός, που δεν αφορά τη δημόσια τάξη, προτάθηκε (προβλήθηκε) στο Εφετείο. Ακολούθως τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, να πληρώσει την αναιρεσίβλητη, που παραστάθηκε χωρίς να καταθέσει προτάσεις; τα δικαστικά έξοδα της δίκης (άρθρα 176 και 183 ΚΠΟλΔ).
ΚΠολΔ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΔΕΚΑΤΟ
Δεδικασμένο
Άρθρο 321. - Ποιες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο. Όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο.
Άρθρο 322. - Τι καλύπτει το δεδικασμένο.
1. Το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μια έννομη σχέση που έχει προ- βληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Το δεδικασμένο εκτείνεται επίσης και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά.
2. Αν προβλήθηκε ένσταση συμψηφισμού, η απόφαση που αποφαίνεται για την ύπαρξη ή όχι της ανταπαίτησης η οποία προτάθηκε σε συμψηφισμό αποτελεί δεδικασμένο μόνο έως το ποσό για το οποίο προβλήθηκε η ένσταση του συμψηφισμού, εκτός αν κρίθηκε ολόκληρο το ποσό της ανταπαίτησης, οπότε το δεδικασμένο εκτείνεται σ' αυτό.
ΑΠ(Ολ) 8/2019
ΑΠ 8/2019 Α Τακτική Ολομέλεια
Πρόεδρος Βασίλειας Πέππας.
Εισηγήτρια Βασιλική Ηλιοπούλου, Αρεοπαγίτης.
Δικηγόροι Ι. Μούζουλας, Αλ. Παπακωνσταντίνου.
Παραπέμπεται στην Πλήρη Ολομέλεια το ζήτημα αν παραβιάζεται το κατά το άρθ. 6 § 2 ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας, στην περίπτωση που ο διάδικος, ο οποίος έχει αθωωθεί αμετάκλητα από το ποινικό δικαστήριο, για συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, υποχρεώνεται σε αστική αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, για το οποίο αθωώθηκε.
Κατά την άποψη της μειοψηφίας κρίνεται σκόπιμο, ως πιο αποτελεσματικό, να τεθεί προδικαστικό ερώτημα στο ΕΔΔΑ, σχετικά με τον χαρακτήρα της δέσμευσης των αστικών δικαστηρίων από αμετάκλητες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις, στο πλαίσιο του τεκμηρίου αθωότητας και τη σχέση της δέσμευσης αυτής με τις διατάξεις περί δεδικασμένου, προκειμένου να αποφευχθούν παρερμηνείες του άρθ. 6 § 2 ΕΣΔΑ και κρίσεις αντίθετες προς αυτό και τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, που οδηγούν σε καταδίκες της Ελλάδας.
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 563 § 2 του ΚΠολΔ και 23 § 2 εδ.γ και δ του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων (ν. 1756/1988), όπως το δεύτερο τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 § 1 του ν. 2331/1995, προκύπτει ότι στην πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγοι υπάγονται: α) αιτήσεις αναίρεσης υπέρ του νόμου, και β) αιτήσεις αναίρεσης, που παραπέμπονται σε αυτή για εκδίκαση με κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή με ομόφωνη απόφαση του δικάζοντος τμήματος ή με απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας, η δε παραπομπή μπορεί να γίνει για όλους ή ορισμένους μόνο λόγους αναίρεσης, αν πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας.
ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την 889/2018 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, παραπέμφθηκε στην Α Τακτική Ολομέλεια αυτού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 563 § 2 εδ. β' του ΚΠολΔ, ο από το άρθρο 559 § 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, της αίτησης για αναίρεση της 34/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, επειδή η απόφαση επί του σχετικού θέματος λήφθηκε με διαφορά μιας ψήφου. Ειδικότερα, παραπέμπεται στην Ολομέλεια το ζήτημα αν παραβιάζεται το κατά το άρθρο 6 § 2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας, στην περίπτωση που ο διάδικος, ο οποίος έχει αθωωθεί αμετάκλητα από το ποινικό δικαστήριο, για συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα, υποχρεώνεται σε αστική αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με αυτά που συγκροτούν το ποινικό αδίκημα, για το οποίο αθωώθηκε.
ΙΙΙ. Με τον αποπεμφθέντα στην παρούσα Ολομέλεια λόγο αναίρεσης, τίθεται θέμα εξαιρετικής σημασίας, για το οποίο έχουν εκδοθεί αντίθετες αποφάσεις του Αρείου Πάγου. Ειδικότερα, οι αποφάσεις αυτές υιοθετούν τη σύμφωνη με τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ νομική σκέψη ότι παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας, όταν το Δικαστήριο, μετά την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου, ερμηνεύει, για τις ανάγκες της νέας δίκης, την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα της νέας αυτής δίκης, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή αυτού, αλλά τελικά άλλες από αυτές τις αποφάσεις δέχονται ότι παραβιάζεται το κατά το άρθρο 6 § 2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας, διότι η κατάφαση της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αναιρεσείοντα δημιουργεί αμφιβολίες και υπόνοιες ως προς την αθώωσή του, ως κατηγορούμενου, και την αποδυναμώνει και ότι το Δικαστήριο έπρεπε να οδηγηθεί σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική απόφαση (ΑΠ 322/2018, ΑΠ 1314/2018, ΑΠ 715/2017, ΑΠ 1652/2013) και άλλες το αντίθετο και συγκεκριμένα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την ποινική αθωωτική απόφαση, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ερμηνεία της, ούτε να αποφανθεί, με οποιονδήποτε τρόπο, άμεσο ή έμμεσο, για την ποινική ενοχή του (ΑΠ 1747/2017, ΑΠ 344/2016, AП 1398/2015, AП 215/2013, AП 1364/2011 και ΑΠ 1422/2017 με διαφοροποιημένο σκεπτικό).
Τεκμήριο αθωότητας
- Πότε παραβιάζεται το τεκμήριο αυτό από το πολιτικό δικαστήριο όταν το τελευταίο αποφασίζει σχετικά με την τέλεση του αστικού και ταυτοχρόνως ποινικού αδικήματος
-Το πολιτικό δικαστήριο δε δεσμεύεται από την προηγηθείσα, αθωωτική ή καταδικαστική, σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου (ΟλΑΠ 4/2020)
ΑΠ (Π.ΟΛ) 4/2020
Πρόεδρος: Ιωσήφ Τσαλαγανίδης.
Εισηγήτρια: Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτης.
Δικηγόροι: Γ. Μούζουλας, Αλ. Παπακωνσταντίνου.
Το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο δεν αποτελεί μόνον ένα θεμελιώδες δικαίωμα του κατηγορουμένου να τεκμαίρεται αθώος μέχρι τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του, αλλά είναι ταυτόχρονα μία ανεξάρτητη υποχρέωση της πολιτείας, αφού διαθέτει αυτόνομη εγγυητική λειτουργία, με την έννοια ότι, σε περίπτωση προσβολής του, αναιρείται ο δίκαιος χαρακτήρας της δίκης, ακόμη και αν έχουν γίνει σεβαστές όλες οι υπόλοιπες, προβλεπόμενες από τη διάταξη του άρθ. 6 § 1 ΕΣΔΑ, αρχές και εγγυήσεις, δηλαδή η δημοσιότητα της δίκης, η εκδίκαση της υποθέσεως σε εύλογο χρόνο, η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που ο διάδικος έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου στο πλαίσιο μιας ποινικής δίκης, αλλά έχει εφαρμογή και ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου, που επιλαμβάνεται μεταγενέστερα είτε επί των αστικών αξιώσεων του παθόντος είτε επί θεμάτων διοικητικής ή πειθαρχικής φύσης, όταν αυτό για τις ανάγκες της δίκης ερμηνεύει την ποινική αθωωτική απόφαση, που στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα που εισάγονται ενώπιον του, κατά τρόπο που δημιουργεί αμφιβολίες ως προς την προηγούμενη απαλλαγή του διαδίκου. Η εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας συνεχίζεται και μετά το πέρας της ποινικής δίκης και την έκδοση της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, εκτεινόμενη και εκτός των ποινικών διαδικασιών, ώστε να διασφαλιστεί για πάντα στο μέλλον το δικαίωμα του αθωωθέντος να εμφανίζεται στην έννομη τάξη, αλλά και στην κοινωνία, ότι δεν είναι - ένοχος του συγκεκριμένου αδικήματος που του αποδόθηκε και ότι η αθωότητά του θα είναι σεβαστή. Αθωωτική ποινική απόφαση είναι κάθε απόφαση που εκδίδεται επί ποινικής υποθέσεως και δεν επιβάλλει στον κατηγορούμενο ποινή, όπως εκείνη που διαπιστώνει πανηγυρικά τη μη τέλεση του εγκλήματος, π.χ. λόγω ελλείψεως στοιχείων της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υποστάσεως Η απόφαση που απαλλάσσει τον κατηγορούμενο «λόγω αμφιβολιών» ή απόφαση που αναστέλλει την ποινική διαδικασία ή που παύει την ποινική δίωξη με οποιονδήποτε τρόπο και εξ αιτίας θανάτου ή ανακαλεί την εις βάρος του έγκληση ή ακόμα και αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή κάθε περίπτωση «μη διαπιστωμένης ενοχής». Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας - ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής δίκης και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκείται αγωγή αποζημιώσεως, λόγω αδικοπραξίας, την οποία οφείλει να καταβάλει ο υπαίτιος στον παθόντα, κατά τις διατάξεις των άρθ. 914 επ. ΑΚ, η άσκηση της οποίας δεν ισοδυναμεί με τη διατύπωση μιας άλλης επιπλέον «ποινικής κατηγορίας» κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει και του ότι η, κατά τις διατάξεις των άρθ. 914 επ. ΑΚ, αποζημίωση δεν έχει τον χαρακτήρα ποινής, αλλά σκοπός της είναι η ικανοποίηση της ζημίας, που ο αδικοπραγήσας προξένησε στον παθόντα. Με τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν καθιερώνεται δεδικασμένο στην αστική δίκη από απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ενώ, ούτε και το Σύνταγμα προβλέπει σχετικό δεδικασμένο, αντιθέτως, μάλιστα, προβαίνει σε διάκριση των δικαιοδοσιών.
Η συνταγματική πρόβλεψη τριών διακριτών δικαιοδοσιών (πολιτικής, ποινικής, διοικητικής), αποκλείει την ύπαρξη μιας και ενιαίας έννομης τάξης, στο πλαίσιο της οποίας η κρίση του ποινικού δικαστηρίου, και συγκεκριμένα η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση αυτού, αυτόματα και άνευ άλλου τινός, πρέπει να γίνεται αποδεκτή από το αστικό δικαστήριο, το οποίο πρέπει να καταλήξει σε αποτέλεσμα συμβατό με την αθωωτική ποινική απόφαση, και, κατ' επέκταση, να απορρίψει την αγωγή αποζημιώσεως του παθόντος, καθ' όσον διαφορετικά δημιουργείται ρήγμα της ενιαίας αυτ τής έννομης τάξης: Το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποι- νικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική- επιβάλλεται όμως να λάβει σοβαρά υπόψη ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση.
ΑΠ 1238/2021
Άρειος Πάγος (Α1 ́ Τμήμα)
Αριθ. 1238/2021*
Πρόεδρος: Α. Κοκκοβού,
Αντιπρόεδρος Εισηγητής: Χ. Τζανερρίκος, Αρεοπαγίτης
Δικηγόροι: Ν. Φερμελής, Κ. Σκουζές
Παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας από πολιτικό δικαστήριο, το οποίο έθεσε υπό αμφισβήτηση την ορθότητα αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης, δημιουργώντας, με τη φρασεολογία και τη γλώσσα, που χρησιμοποιήσε στο σκεπτικό του, αμφιβολίες για την αθώωση των αναιρεσειόντων. Εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας στην πολιτική δίκη. Απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας σε μεταγενέστερες μη ποινικές διαδικασίες αποτελεί η ύπαρξη συνάφειας-ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της ποινικής και της μεταγενέστερης μη ποινικής δίκης, όπως τούτο συμβαίνει όταν ασκεί και αγωγή αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, και τά τα άρθρα 914 επ. ΑΚ. Το πολιτικό δικαστήριο επιβάλλεται να λάβει σοβαρά υπ' όψιν του ως ισχυρό τεκμήριο την ποινική κρίση και μπορεί να αφίσταται από αυτήν με απόλυτα αιτιολογημένη απόφαση. Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής απόφασης, τόσο στο αιτιολογικό- σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της, δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ιδίως με την επίκληση ότι: α) η αθωότητα του κατηγορουμένου είναι προϊόν αμφιβολιών και όχι βεβαιότητας του δικαστηρίου για την αθωότητά του, β) η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία και όχι ομόφωνα, γ) στηρίχθηκε στη μη απόδειξη του υποκειμενικού στοιχείου του αδικήματος (δόλου), δ) διαφώνησε ο εισαγγελέας της έδρας, ε) κατά της αθωωτικής αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία, όμως, απορρίφθηκε για δικονομικούς - τυπικούς λόγους, κ.ά. Το πολιτικό δικαστήριο, δηλαδή, το μεν δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αναγράφοντας στο αιτιολογικό της απόφασής του ότι αυτό έσφαλε ως προς την κρίση του ή ότι δεν εκτιμήθηκαν ορθά - τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, το δε δεν εξετάζει την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, ούτε τα αποδεικτικά μέσα, που αυτό έλαβε υπ' όψιν του. Το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμένει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις, που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, εφόσον δεν άπτονται του αντικειμένου της συναφούς πολιτικής δίκης, ώστε να μη δίδεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνον με τις αστικές αξιώσεις, αλ λά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα, με αναφορά ότι αυτός έχει διαπράξει τα αδικήματα, κατά τον τρόπο, που αναφέρονται στο κατηγορητήριο και για τα οποία έχει αθωωθεί ή έχει παύσει γι' αυτόν η ποινική δίωξη, προσέτι δε λέξεις και εκφράσεις, ιδίως σε περιπτώσεις, που ορισμένοι όροι δεν έχουν αποκλειστικά ποινικό χαρακτήρα, πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην τίθεται σε αμφισβήτηση η ορθότητα της αθωωτικής ποινικής απόφασης, ενώ η τυχόν διενέργεια προσθέτων αποδείξεων, δηλαδή, η εκτίμηση από το πολιτικό δικαστήριο και νέων αποδείξεων, που δεν είχαν τεθεί υπ' όψιν του ποινικού δικαστηρίου, καθιστά το διαφορετικό αποτέλεσμα, στο οποίο το πολιτικό δικαστήριο καταλήγει, περισσότερο δικαιολογημένο [Άρθρα 6 § 2 ΕΣΔΑ, 6 § 2 ΣEE, 14 § 3 ΔΣΑΠΔ, 48 XΘΔEE, 71 KΠΔ, 914 ΑΚ, 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ].
|
Α |
ΣΥΡΡΟΗ ΕΝΔΟΣΥΜΒΑΤΙΚΗΣ |
|
Β |
ΑΞΙΩΣΗ |
|
Γ |
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ |
|
Δ |
ΑΚΑΛΥΠΤΗ |
IΙ. Αδικοπρακτική και δικαιοπρακτική ευθύνη
1. Έννοιες
Τόσο η αδικοπρακτική όσο και η δικαιοπρακτική ευθύνη, δηλαδή η ευθύνη από αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης, εντάσσονται στο ευρύτερο σύστημα της αστικής ευθύνης και φέρουν τα χαρακτηριστικά της τελευταίας, κυρίως όσον αφορά τον σκοπό που επιδιώκουν. Πράγματι, ο σκοπός τους είναι κυρίως αποκαταστατικός και όχι κυρωτικός, αποβλέπουν δηλαδή όχι στην επιβολή κυρώσεων στον ζημιώσαντα αλλά στην αποκατάσταση της ζημίας και στην προστασία του ζημιωθέντος.
Ωστόσο, η αδικοπρακτική και η δικαιοπρακτική ευθύνη διαφέρουν ουσιωδώς ως προς τη φύση τους. Η μεν πρώτη ευθύνη από αδικοπραξία) είναι πρωτογενής, γιατί η υποχρέωση για αποζημίωση δημιουργείται απευθείας από τον νόμο, ανεξάρτητα από την ύπαρξη ενοχής μεταξύ υποχρέου και δικαιούχου. Νόμιμος λόγος ευθύνης είναι κατά κανόνα το αδίκημα (ΑΚ 914), δηλαδή η παράνομη και υπαίτια πρά- ξη, σε ορισμένες όμως περιπτώσεις και η αδικοπραξία υπό ευρεία έννοια, δηλαδή η απλώς παράνομη πράξη (π.χ. ΑΚ 918, 924 5 1).
Αντίθετα, η δικαιοπρακτική ευθύνη (ευθύνη ενδοσυμβατική) είναι δευτερογενής, γιατί γεννάται όταν στο πλαίσιο μιας ενοχής προκληθεί ζημία στον δανειστή λόγω παραβάσεως των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους του οφειλέτη. Η αξίωση του δανειστή για εκπλήρωση της παροχής αλλάζει τότε περιεχόμενο και κατευθύνεται εφεξής ολικά ή μερικά στην παροχή αποζημίωσης, είτε αντί της αρχικής παροχής είτε παράλληλα με αυτή.
2. Διαφορές
Η επιμέρους ρύθμιση της αδικοπρακτικής και της δικαιοπρακτικής ευθύνης παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Οι κυριότερες από αυτές αφορούν:
α) Έκταση της ευθύνης: Στην αδικοπραξία μπορεί να αποκατασταθεί και η ηθική βλάβη (ΑΚ 932), ενώ αυτό δεν προβλέπεται στην αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής (βλ. ΑΚ 299).
β) Απαιτούμενος βαθμός υπαιτιότητας: Ο αδικοπραγήσας ευθύνεται πάντοτε ακόμη και για ελαφρά αφηρημένη αμέλεια (ΑΚ 914 σε συνδ. με 330), ενώ σε μερικές περιπτώσεις βατικής ή οιονεί συμβατικής ευθύνης ο οφειλέτης ευθύνεται από τον νόμο μόνο για δόλο και βαριά αμέλεια (π.χ. ΑΚ 499 5 1: ευθύνη δωρητή, ΑΚ 811: ευθύνη χρήστη) ή μόνο για ελαφρά συγκεκριμένη αμέλεια (π.χ. ΑΚ 746: ευθύνη εταίρου, ΑΚ 823 εδ. α': ευθύνη θεματοφύλακα, ΑΚ 832: ευθύνη μεσεγγυούχου).
γ) Βάρος απόδειξης: Στην αδικοπραξία ο ζημιωθείς φέρει το βάρος απόδειξης των περιστατικών που στοιχειοθετούν το πταίσμα του ζημιώσαντος (ΑΚ 914), ενώ στην αθέτηση υφιστάμενης ενοχής βαρύνεται ο οφειλέτης (δηλαδή ο ζημιώσας) με την απόδειξη ότι δεν υπάρχει πταίσμα του (ΑΚ 336, 342, 362).
δ) Παραγραφή: Η αξίωση για αποζημίωση υπόκειται, αν πηγάζει από αδικοπραξία, σε πενταετή παραγραφή (ΑΚ 937)· αν πηγάζει από αθέτηση υφιστάμενης ενοχής, άλλοτε στη συνήθη εικοσαετή παραγραφή (ΑΚ 249) και άλλοτε σε βραχεία, όπως π.χ. η εξάμηνη των ΑΚ 602, 693, 820.
ε) Ευθύνη για τρίτα πρόσωπα: Σύμφωνα με την κρατούσα γνώμη, ενώ δεν απαιτείται για την έννοια του βοηθού εκπληρώσεως (ΑΚ 334) σχέση εξάρτησης του βοηθού από τον οφειλέτη, θεωρείται αναγκαία για την έννοια του προστηθέντος (ΑΚ 922) η σχέση εξαρτήσεως μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος.
3. Συρροή
Η αθέτηση της σύμβασης καθεαυτή δεν συνιστά αδικοπραξία. Αποτελεί μεν πράξη παράνομη ή άδικη, οι έννομες συνέπειές της όμως ρυθμίζονται όχι από τις διατάξεις περί αδικοπραξιών αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση (αδυναμία παροχής, υπερημερία κλπ.) της σύμβασης (ΑΚ 335 επ. κλπ.). Εντούτοις, πολλές φορές το ίδιο πραγματικό γεγονός πληροί τις προϋποθέσεις τόσο της αδικοπραξίας όσο και της αθέτησης συμβατικής υποχρέωσης (π.χ. ο εργολάβος καταστρέφει από αμέλεια την ύλη που του χορήγησε ο εργοδότης, ο μισθωτής καταστρέφει από δόλο το μίσ σθιο), οπότε και υπάρχει συνδρομή δικαιοπρακτικής και αδικοπρακτικής ευθύνης. Και αυτό διότι η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, ακόμα και αν έλειπε η προϋπάρχουσα ενοχική σχέση μεταξύ των μερών, θα ήταν παράνομη ως αντίθετη στην επιβαλλόμενη από το σύνολο του θετικού δικαίου και τους σκοπούς του υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των άλλων. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, σε περίπτωση συνδρομής αδικοπρακτικής και δικαιοπρακτικής ευθύνης εμφανίζεται το φαινόμενο της «ελεύθερης συρροής αξιώσεων», με την έννοια ότι οι δύο αξιώσεις είναι αυτοτελείς και ανεξάρτητες μεταξύ τους και η κάθε μια υπόκειται στη δική της ρύθμισης. Ο ζημιωθείς δικαιούται να ασκήσει κατ' επιλογή οποιαδήποτε επιθυμεί, θα ικανοποιηθεί όμως μόνο μια φορά, αφού με την εκπλήρωση επιπλέον. της μιας εκπληρώνεται ο σκοπός και της άλλης. Η τελευταία θα σώζεται μόνο για το τυχόν
Παράδειγμα: Ο Α έχει εκμισθώσει στον Β ένα αυτοκίνητο της κυριότητάς του. Ο Β αφενός καθυστερεί στην καταβολή του συμφωνημένου μισθώματος, αφετέρου προκαλεί από αμέλειά του ατύχημα, στο οποίο το αυτοκίνητο υφίσταται σοβαρές ζημίες. Η καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων από τον Β συνιστά αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης (υπερημερία οφειλέτη), δεν αποτελεί όμως καθεαυτή αδικοπραξία. Η ευθύνη του Β ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διατάξεις για την ενδοσυμβατική ευθύνη (βλ. ΑΚ 574, 597, 343 § 1, 345, 383 εδ. β' κλπ.). Αντίθετα η υπαίτια (από αμέλεια) πρόκληση φθορών στο αυτοκίνητο συνιστά τόσο αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης (κακή χρήση: ΑΚ 594), όσο και αδικοπραξία, καθόσον η υπαίτια πρόκληση φθορών είναι καθεαυτή παράνομη ως αντίθετη στην υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων. Συνεπώς ο Β ευθύνεται σε αποζημίωση του Α τόσο ενδοσυμβατικά όσο και από αδικοπραξία. Η σχετική αξίωση του Α είναι ενιαία και παραγράφεται σε κάθε περίπτωση εντός έξι μηνών από την παραλαβή από τον Α του αυτοκινήτου (ΑΚ 602). Η ΑΚ 937 (πεντάχρονη παραγραφή) δεν εφαρμόζεται.
Απ. Γεωργιάδης: Ενοχικό Δίκαιο, σελ. 643-645
ΒΔ της 2/14.5.1835 (Δ.Α.Ε.)
Περί αρμοδιότητος Εμποροδικείων
Άρθρο 2. Ο νόμος θεωρεί πράξεις εμπορικάς τας αγοράς προϊόντων γης ή τέχνης, τας οποίας ήθελε κάμει τις είτε δια να μεταπωλήση ταύτα ακατέργαστα, ως τα ηγόρασεν, ή κατειργα- σμένα και μεταποιημένα εις χειροτεχνήματα, είτε επί σκοπώ να μισθώση απλώς την χρήσιν αυτών· πάσαν επιχείρησιν χειροτεχνιών, παραγγελίας ή μετακομίσεως δια γης ή δι' ύδα- τος πάσαν επιχείρησιν προμήθειας, πρακτορείας, πλειστηριάσεως και δημοσίων θεαμάτων όλας τας κολλυβιστικάς, τραπεζιτικάς, και μεσιτικάς εργασίας, όλας τας εργασίας των δημοσίων Τραπεζών όλας τας μεταξύ εμπόρων και τραπεζιτών υποχρεώσεις τας συναλλαγματικάς και τας από τόπου εις τόπον αποστολάς χρημάτων, οποιοιδήποτε και ΑΝ είναι οι συναλλαττόμενοι.
Άρθρο 3. Ο νόμος θεωρεί επίσης πράξεις εμπορικάς: πάσαν επιχείρησιν κατασκευής και πάσαν αγοράν, πώλησιν, ή μεταπώλησιν πλοίων, προς την εντός ή εκτός του Κράτους ναυτι σαν χρησίμων· όλας τας θαλασσίους αποστολάς πάσαν αγοράν ή πώλησιν αρμένων, εξαρτίων, και ζωοτροφιών πάσαν ναύλωσιν· παν ναυτικόν δάνειον, όλα τα περί ασφαλειών συναλλάγματα και όσα άλλα αφορώσι την ναυτικήν εμπορίαν όλας τας περί μισθώσεως του πληρώματος συμφωνίας και συμβάσεις όλας τας προς υπηρεσίαν εμπορικών πλοίων μισθώσεις ναυτικών.
Οι αντικειμενικά πρωτότυπα εμπορικές πράξεις κατά το Δ.Α.Ε.
Πράξεις του χερσαίου εμπορίου αρ. 2 Δ.Α.Ε.
Αγορά προς μεταπώληση
Επιχείρηση χειροτεχνίας
Επιχείρηση παραγγελίας
Επιχείρηση μετακομίσεως δια γης ή ύδατος (εσωτερικών υδάτων)
Επιχείρηση προμήθειας
Επιχείρηση πρακτορίας
Επιχείρηση πλειστηριάσεως
Επιχείρηση δημοσίων θεαμάτων
Κολυβιστικές και τραπεζικές εργασίες
Μεσιτικές εργασίες
Συναλλαγματικές
Αποστολές νοημάτων από τόπο σε τόπο.
Πράξεις του θαλάσσιου εμπορίου αρ. 3 Δ.Α.Ε.
Επιχείρηση κατασκευής πλοίου
Αγορά, πώληση ή μεταπώληση πλοίου
Θαλάσσιες αποστολές
Αγορά ή πώληση αρμένων, εξαρτίων και ζωοτροφών Ναύλωση
Ναυτικό δάνειο
Συναλλάγματα (συμβάσεις) θαλάσσιας ασφάλειας
Συναλλάγματα που αφορούν τη ναυτική εμπορία
ΜΕΣΙΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ
Μεσιτικές είναι οι εργασίες, που ασκούμενες στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητας ενός μεσίτη, συνίστανται σε μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας για σύναψη συμβάσεως μεταξύ του μεσιτικού εντολέα και τρίτου ή μεταξύ τρίτων, έναντι αμοιβής, που υπόσχεται -ή λογίζεται, σιωπηρώς, συμφωνηθείσα, κατά την ΑΚ 705– να καταβάλει ο εντολέας, όταν καταρτισθεί, τελικά, η σύμβαση.
Για την εμπορικότητα της πράξης του μεσίτη, δεν έχει σημασία η εμπορικό- τητα ή μη της προς κατάρτιση συμβάσεως. Ο νόμος, πράγματι, θεωρεί «εμπορικάς», χωρίς διακρίσεις, «όλας τας μεσιτικάς εργασίας». Δεν έχει, επίσης, σημα- σία, ούτε και το τυχόν αθέμιτο (ανήθικο ή παράνομο) της συμβάσεως. Εμπορική είναι, έτσι, η μεσιτεία σε αγορά ή πώληση ακινήτων, αλλά και η μεσιτεία γάμου (βλ. ΑΚ 708). Αντικείμενο μεσιτικής εργασίας μπορεί να είναι η μίσθωση ακι- νήτων, η αγοραπωλησία πραγμάτων, η εύρεση εργασίας, η εύρεση προσωπικού, η πρόσληψη καλλιτεχνών σε κέντρα διασκέδασης, η διάθεση αγροτικών προϊόντων κ.ά.
Πέραν των γενικών, περί μεσιτείας, διατάξεων των άρθρων 703επ. ΑΚ, ειδικές διατάξεις της εμπορικής νομοθεσίας ισχύουν για ορισμένες κατηγορίες με σιτών, όπως, ιδίως, για τους μεσίτες ακινήτων (άρθρα 197-204 ν. 4072/2012), τους μεσίτες ασφαλίσεων (άρθρα 15α-15ε ν. 1569/1985 και απόφαση Υ.Εμπ. Κ3, 1377 της 18.2/1.3. 1994), τους μεσίτες εγχώριων προϊόντων (ν. 4487/1930), μεσίτες πιστώσεων (ν.4438/2016)
Μεσιτεία εμπορικών συναλλαγών
Η μεσιτεία εμπορικών συναλλαγών είναι, κατά το ιστορικό της πρότυπο και το νόμο, άτυπη, ιδιόρρυθμη και ατελώς ετεροβαρής σύμβαση παροχής προσωπικών υπηρεσιών, κυριαρχείται από τη σχέση εμπιστοσύνης και το στοιχείο της ουδετερότητας του εμπορομεσίτη τόσο έναντι του μεσιτικού εντολέα όσο και έναντι του τρίτου ενδιαφερόμενου για τη σύναψη της σκοπούμενης κύριας σύμβασης και διέπεται από τις διατάξεις για τη μεσιτεία των αρ. 703 επ. του ΑΚ και συμπληρωματικά από τις διατάξεις για την εντολή των αρ. 713 επ. του ΑΚ.
Ο εμπορομεσίτης αναλαμβάνει κατ' επάγγελμα για λογαριασμό άλλου, χωρίς να συνδέεται με διαρκή ενοχική σχέση μαζί του, να υποδείξει σ' αυτόν ευκαιρία ή να διαμεσολαβήσει, ώστε να συναφθεί από το μεσιτικό εντολέα και τον ενδιαφερόμενο τρίτο σύμβαση με αντικείμενο που εμπίπτει στο χώρο των εμπορικών συναλλαγών χωρίς πάντως να υποχρεούται (ο μεσίτης) να ενεργήσει για την ευόδωση της σχετικής εντολής με την κατάρτιση της κύριας σύμβασης (την οποία ούτε ο εντολέας υποχρεούται να συνάψει), εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση μεσιτείας, η οποία τότε γίνεται αμφοτεροβαρής.
ΜΠρΠατρ 35/2000
Υπαίτια πλημμελής εκτέλεση σύμβασης
εντολής. Ευθύνη για αποζημίωση
ΜΠρΠατρ 35/2020
Πρόεδρος: M. Βαρβαρέσου, Πρωτόδικης
Δικηγόροι: A. Φλογεράς, Γ. Καμποσιώρας
Υπαίτια πλημμελής εκτέλεση σύμβασης εντολής. Ευθύνη για αποζημίωση εξαιτίας ζημίας προκληθεί- σας από την παράλειψη του εντολοδόχου οφειλόμενης απ' αυτόν κατά την εκτέλεση εντολής ενέργειας. Συρροή αξίωσης με αδικοπραξία. Προφορική σύμβαση εντολής διαχείρισης πρακτορείου ΟΠΑΠ. Ιδιοποίηση χρημάτων. Μη απόδοση σε ΟΠΑΠ ποσού που αναλογούσε σε παιχθέντα δελτία. Ζημία από τη μη απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών της συζύγου του εντολέως προσληφθείσας με εικονική σύμβαση εργασίας και τη μη απόδοση κερδών. Προσβολή τιμής, επαγγελματικής φήμης και υπόληψης. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Διατάξεις: άρθρα 297-299, 330, 361, 713-714, 919 ΑΚ, 375 ΠΚ
[...]
Κατά τη διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ, με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει, χωρίς αμοιβή, την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας. Η διάταξη του άνω άρθρου δεν έχει τον χαρακτήρα κανόνα δημοσίας τάξεως και, επομένως, οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν εκ των προτέρων ότι στον εντολοδόχο θα καταβάλλεται αμοιβή για την εκτέλεση της εντολής, οπότε στην περίπτωση αυτή η σύμβαση θα έχει τον χαρακτήρα της εμμίσθου εντολής. Η περί αμοιβής, όμως, συμφωνία πρέπει να είναι ρητή, γιατί ο κανόνας του άρθρου 713 ΑΚ περί του αμίσθου» της εντολής μόνο με ρητή συμφωνία μπορεί να διασπασθεί .. (ΑΠ 679/2018, ΑΠ 1243/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 714 ΑΚ, ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα, ενώ κατά το άρθρο 719 ΑΚ, ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να ανορθώσει κάθε ζημία, την οποία υπέστη ο εντολέας και η οποία έχει γενεσιουργό αιτία το πταίσμα του εντολοδόχου (ΑΠ 335/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα προσδοκώμενο κέρδος που ματαιώθηκε (ΑΠ 536/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
2. ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το άρθρο 714 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 1115/2003 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για την υποχρέωση αποζημιώσεως απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας που επήλθε στον εντολέα. Αν, επομένως, ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του εντολέα. Εξάλλου, αδικοπρακτική ευθύνη, κατά τα άρθρα 914 επ. του ΑΚ, γεννιέται, όταν το ζημιογόνα γεγονός είναι ανεξάρτητο από προηγούμενη υποχρέωση και μπορεί να προέλθει από οποιονδήποτε τρίτο, ο οποίος με παράνομη πράξη ή παράλειψή του, προσβάλλει απόλυτο δικαίωμα του προσώπου που ζημιώθηκε. Αν, αντίθετα, η πράξη ή παράλειψη που προκάλεσε τη ζημία δεν είναι καθ' εαυτή παράνομη, αλλά συνιστά αθέτηση υποχρέωσης, που είχε ήδη αναληφθεί, δεν υπάρχει αδικοπρακτική, αλλά ενδοσυμβατική ευθύνη, συνισταμένη στο διαφέρον, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με την αθέτηση [υπερημερία, αδυναμία, θετική προσβολή κλπ.].
Επομένως, αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ' αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται στα άρθρα 714 και 330 του ΑΚ, και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα (όπως απάτη, υπεξαίρεση κλπ.), οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 1082/2013, ΑΠ 1637/2011, ΑΠ 1600/2002, ΑΠ 1695/1999 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι όμως δυνατόν μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανείς σε άλλον υπαιτίως ζημία ή και αν ακόμα πιο γενικά όταν η ενέργεια χωρίς να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου, είναι αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του ή στις επιταγές της έννομης τάξης, εφόσον ενέχει παράβαση των γενικών υποχρεώσεων, που επιβάλλουν να μην προσβάλλει κανείς το πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αγαθά του άλλου (ΑΠ 985/2015, ΑΠ 357/2013, ΑΠ 1120/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1600/2002 ΕλλΔνη 44.766).
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εν λόγω πράξεως και της ζημίας. Κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, αδικοπραξία αποτελεί και η παράνομη ιδιοποίηση κινητού ξένου πράγματος, που περιήλθε οπωσδήποτε στην κατοχή του δράστη, σύμφωνα με το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ. Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 περ. α του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως της υπεξαίρεσης, απαιτείται:
(α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι, ολικά ή μερικά, ξένο, υπό την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη,
(β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, (γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του ή χωρίς να υφίσταται άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη.
Περαιτέρω, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 719 αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέ ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να
λεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της, ενώ κινητό -πράγμα είναι και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου για ορισμένο σκοπό με υποχρέωση απόδοσής τους. Όσον αφορά τον εντολοδόχο, αυτός δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων που αποκτά κατά την εκτέλεση της εντολής, γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης αυτών στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων γενικά απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, δεν αθετεί μόνο την υποχρέωσή του από τη σύμβαση εντολής, αλλά διαπράττει το ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης, δηλαδή παράνομη
πράξη και επομένως τελεί αδικοπραξία και έχει ευθύνη κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών των άρθρων 914 και επομ. του ΑΚ (ΑΠ 1137/2010 (Ποιν) ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 230/2008 ό.π., ΑΠ 1992/2007 ΤΝΠ Νόμος, ΝοΒ 2008. 600, ΑΠ 1646/2005 ΤΝΠ Νόμος, ΕλλΔνη 2008. 1035, ΑΠ 335/2003 ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ).
ΑΚ 71: ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ
|
Α |
ΠΡΑΞΗ Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ |
|
Β |
ΠΡΑΞΗ Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ |
|
Γ |
ΠΡΑΞΗ Ή ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ |
|
Δ |
ΝΟΜΙΜΟΣ ΛΟΓΟΣ ΕΥΘΥΝΗΣ |
Ευθύνη του νομικού προσώπου για πράξεις ή παραλείψεις των
οργάνων που το αντιπροσωπεύουν (71 A.K.)
Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 71 Α.Κ. «Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον».
Με την υπόψη διάταξη η οποία ρυθμίζει την ευθύνη του νομικού προσώπου από τις παράνομες πράξεις των οργάνων του, ακολουθείται η θεωρία του βουλητικού οργάνου, σύμφωνα με την οποία η δράση των οργάνων του νομικού προσώπου είναι δράση του ίδιου του νομικού προσώπου και κατά λογική αναγκαιότητα η απ' αυτήν ευθύνη βαρύνει κατά πρώτον αυτό. Αλλά και πέραν αυτού, η ως άνω ρύθμιση ανταποκρίνεται στην ανάγκη των συναλλαγών, το συμφέρον των οποίων διασφαλίζεται, αφού ο υφιστάμενος ζημία έχει υπεύθυνο έναντι αυτού και το νομικό πρόσωπο, που χαρακτηρίζεται κατά τεκμήριο από μεγαλύτερη φερεγγυότητα.
Προϋποθέσεις για τη γέννηση της ευθύνης του νομικού προσώπου είναι οι ακόλουθες: α) Πράξη ή παράλειψη, η οποία δε συνιστά δικαιοπραξία. Πρόκειται για αδικοπραξία ή συμπεριφορά κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων αντίθετη προς τους ορισμούς των 197 ή 198 Α.Κ. ή παραβάσεις συμβατικών υποχρεώσεων, ήτοι για παθολογική εξέλιξη της ενοχής. β) Όργανα που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο: Η δημιουργική της ευθύνης του νομικού προσώπου πράξη ή παράλειψη πρέπει να προέρχεται από όργανα που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο, δηλαδή από εκείνα των οποίων η εξουσία εκπορεύεται από το καταστατικό, ήτοι τα καταστατικά όργανα. Τέτοια όργανα είναι τα διοικούντα το νομικό πρόσωπο (όχι όμως και η συνέλευση του σωματείου ή αυτός που έχει την εσωτερική λειτουργία του νομικού προσώπου). Η πράξη ή η παράλειψη πρέπει να έλαβε χώρα υπό αυτήν την ιδιότητα, ενώ για τις πράξεις ή παραλείψεις μη καταστατικών οργάνων, η ευθύνη του νομικού προσώπου ερείδεται επί των 334, 922 και 926 Α.Κ.. γ) Καθήκοντα που έχουν ανατεθεί: Η πράξη ή η παράλειψη να βρίσκεται σε αιτιώδη σύνδεσμο με την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατέθηκαν στο όργανο και να έλαβε χώρα κατά την εκτέλεση αυτών. Η οριοθέτηση των καθηκόντων προκύπτει από το καταστατικό. Πράξη ή παράλειψη κατά την εκτέλεση καθηκόντων που δεν εκπορεύεται από το καταστατικό, δε δημιουργεί ευθύνη για το νομικό πρόσωπο. Η ανάθεση καθηκόντων από τη γενική συνέλευση ή τη διοίκηση, και η κατά την εκτέλεση αυτών πράξη ή παράλειψη δεν έχει καμία έννομη επιρροή για το νομικό πρόσωπο. Ευθύνη δημιουργείται και για πράξεις ή παραλείψεις που ενεργήθηκαν κατά κατάχρηση ή υπέρβαση των καθηκόντων, όχι όμως και για τις διενεργούμενες επ' ευκαιρία απλώς της εκτέλεσης των καθηκόντων. δ) Υποχρέωση αποζημίωσης: Η πράξη ή η παράλειψη πρέπει να δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης, ήτοι να είναι κατά κανόνα παράνομη. Αφορά κάθε πράξη ή παράλειψη, και όχι μόνο αδικοπραξία με την οποία ο νόμος συνδέει υποχρέωση προς αποζημίωση. Έτσι, στο ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης περιλαμβάνονται ακόμα και πράξεις που δεν είναι παράνομες (285 Α.Κ.), αλλά και πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που αναφέρονται στην προσβολή συμβατικών σχέσεων του νομικού προσώπου. Η υπαιτιότητα είναι αδιάφορη για τη θεμελίωση της ευθύνης του νομικού προσώπου. Μάλιστα, δεν αποκλείεται ευθύνη και για την επελθούσα ηθική βλάβη (932 Α.Κ.).
Κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά από τη νομολογία αναφορικά με την ευθύνη των νομικών 1. «Από το άρθρο 71 ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό προσώπων κατ' άρθρον 71 Α.Κ πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων, που, κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ, το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούλησή του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση... Έτσι, προϋποθέσεις της κατά τη διάταξη αυτή αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης του νομικού προσώπου είναι: α) πράξη ή παράλειψη, που να μην είναι δικαιοπραξία και να παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως με βάση άλλες διατάξεις, όπως είναι εκείνες των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, β) να πρόκειται για πράξη ή παράλειψη των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο (ως όργανα, κατά τον νομοθετικό λόγο της διάταξης αυτής, νοούνται όχι μόνο τα πρόσωπα που διοικούν το νομικό πρόσωπο κατά τους ορισμούς των άρθρων 65 έως 70 ΑΚ (καταστατικά όργανα), αλλά και εκείνα των οποίων οι εξουσίες συναλλαγής με τρίτους προσδιορίζονται στο καταστατικό, τη συστατική πράξη ή τον κανονισμό λειτουργίας του νομικού προσώπου ακόμα και αν τα πρόσωπα αυτά δεν μετέχουν στη διοίκηση του τελευταίου) και γ) η πράξη ή η παράλειψη να έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που είχαν ανατεθεί στο όργανο, πρέπει δηλαδή να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, είναι δε αδιάφορο για την ευθύνη του νομικού προσώπου, αν το όργανο ενήργησε καθ' υπέρβαση των καθηκόντων αυτών ή κατά κατάχρηση της εξουσίας του. Δεδομένου δε ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία είτε των οργάνων του, κατ' άρθρο 71 ΑΚ, είτε των προστηθέντων απ' αυτό, κατ' άρθρο 922 ΑΚ».
Για την ευθύνη δε του πράξαντος οργάνου του νομικού προσώπου, οι παραδοχές της: «Κατά τη σαφή έννοια της διατάξεως του άρθρου 71 νομολογίας έχουν ως εξής. του Α.Κ., το νομικό πρόσωπο ευθύνεται από τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων πού το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων πού τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, τότε ευθύνεται και αυτό σε ολόκληρο με το νομικό πρόσωπο. Δηλαδή, το καταστατικό όργανο έχει πρόσθετη μετά του νομικού προσώπου υποχρέωση, ανεξάρτητη, όμως, αυτής του νομικού προσώπου. Ειδικότερα, επί ανώνυμης εταιρίας, οι διοικούντες αυτή, δεν έχουν μεν προσωπική υποχρέωση για χρέη της εταιρίας, είναι, όμως, δυνατή η ευθύνη των διοικούντων την εταιρία προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 του Α.Κ., αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων ανώνυμη εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (Α.Κ.914), οπότε υφίσταται ευθύνη τους».
Εάν λοιπόν η πράξη ή η παράλειψη του καταστατικού οργάνου οφείλεται σε υπαιτιότητά του, τότε, κατά το άρθρο 71 εδ. β ́Α.Κ., ιδρύεται πρόσθετη εις ολόκληρον ευθύνη και του υπαίτιου οργάνου (481 Α.Κ.). Αν πρόκειται για πολυμελή διοίκηση, όλα τα μέλη υπέχουν εις ολόκληρον ευθύνη, αλλά εξαιρούνται εκείνα που δεν έλαβαν μέρος στην πράξη ή παράλειψη. Με την καταβολή της αξιωθείσας αποζημίωσης από το νομικό πρόσωπο, μπορεί αυτό να στραφεί κατά του υπαίτιου οργάνου και να αξιώσει την αποζημίωση (68 παρ. 2, 714 Α.Κ.).
ΑΠ 218/2003
Άρειος Πάγος (Α’ Τμήμα)
Αριθμ. 218/2003
Προεδρεύων: Π. Κακκαλής, Αντιπρόεδρος ΑΠ
Εισηγητής: Σπ. Γκιάφης, Αρεοπαγίτης
Δικηγόροι: Θ. Ζέρβας - Π. Δελημήτσος
Έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Ευθύνη για αποζημίωση του εκδότη έναντι του κομιστή της ακάλυπτης επιταγής. Εάν η επιταγή εκδόθηκε από τον νόμιμο αντιπρόσωπο νο- μικού προσώπου, αυτός υπέχει ευθύνη προς αποζημίωση εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο (απλή ομοδικία).
Διατάξεις: άρθρ. 1, 13, 28, 29, 79 ν. 5930/1933· άρθρ. 1 v.d. 1325/1972 AK 71, 297, 298, 914, 926 KΠολΔ 74, 75, 76
[...Από το άρθρο 79 Ν. 5930/1933, μετά την τροποποίηση τούτου με το άρθρο 1 Ν.Δ. 1325/1972, σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 13, 28 και 29 του ίδιου νόμου, τα άρθρα 71, 297, 298, 914 και 926 ΑΚ και τα άρθρα 74, 75 και 76 ΚΠολΔ συνάγονται τα εξής: Τιμωρείται με την προβλεπόμενη στο ως άνω άρθρο 79 ποινική ποινή εκείνος που εκδίδει επιταγή, όπως είναι και εκείνος που υπογράφει την επιταγή υπό την ένδειξη του εκδότη ως νόμιμος αντιπρόσωπος νομικού προσώπου, η οποία επιταγή στη συνέχεια εμφανίζεται μεν εμπρόθεσμα από το νόμιμο κομιστή της προς πληρωμή στον πληρωτή της, αλλά δεν πληρώνεται από αυτόν εξαιτίας ελλείψεως αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, προβαίνει δε εκείνος στην εν λόγω έκδοση από πρόθεση και ιδίως εν γνώσει ως βέβαιου του γεγονότος ότι θα υπάρξει η προαναφερόμενη έλλειψη διαθεσίμων κατά το χρόνο της προμνημονευόμενης εμφανίσεως, αλλιώς εν γνώσει ως βέβαιου του γεγονότος ότι ήδη κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής υπάρχει η εν λόγω έλλειψη διαθεσίμων. Σε περίπτωση που εκείνος εκδίδει την επιταγή λευκή κατά το σημείο του χρόνου εκδόσεώς της και παράλληλα συνάπτει με τον λήπτη αυτής συμφωνία για συμπλήρωση αυτής κατά το ως άνω σημείο από τον τελευταίο, ακολούθως δε ο λήπτης, σε εκτέλεση της συμφωνίας, αναγράφει επί της επιταγής ως χρόνο εκδόσεώς της εκείνον της συμπληρώσεώς της ή και μεταγενέστερο τέτοιον, η αντικειμενική υπόσταση του από το άρθρο 79 εγκλήματος πληρούται όταν η επιταγή εμφανίζεται για πληρωμή, ματαίως βέβαια λόγω του ακαλύπτου της, μέσα στο χρονικό διάστημα από τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως αυτής, καίτοι λευκής κατά τα ανωτέρω, έως την τελευταία ημέρα του οκταημέρου που ακολουθεί τον αναγραφόμενο στην επιταγή χρόνο εκδόσεως της (ΟλΑΠ Ποιν. 462/1992, πρβλ. ΟλΑΠ Ποιν. 46/1980). Ωστόσο και σ' αυτήν την περίπτωση, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, η προστιθέμενη πρόθεση του υπαιτίου πρέπει να υπάρχει κατά τον πραγματικό χρόνο εκδόσεως της λευκής, κατά τα ανωτέρω, επιταγής, αφού δεν συντρέχει κανένας λόγος για σχετική απόκλιση. Οι προδιαλαμβανόμενες διατάξεις θεσπίστηκαν όχι μόνο χάριν του δημόσιου συμφέροντος αλλά και χάριν του ατομικού συμφέροντος του νόμιμου κομιστή της ακάλυπτης επιταγής. Παρέπεται ότι όταν στοιχειοθετείται το προεκτιθέ μενο έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, στοιχειοθετείται παράλληλα και η αναγκαία για την αστική ευθύνη από αδικοπραξία παράνομη και υπαίτια πράξη εκείνου που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή, από την οποία πράξη μάλι- στα προξενείται, κατ' αιτιώδη συνάφεια, στο νόμιμο κομιστή της επιταγής η ζημία της μη εισπράξεως του ποσού της εν λόγω επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεώς της προς πληρωμή και έτσι γεννιέται η ευθύνη εκείνου για αποζημίωση τού- του με ποσό ίσο εκείνου της επιταγής. Αν εκείνος που εξέδωσε την ακάλυπτη επιταγή ως νόμιμος αντιπρόσωπος νομικού προσώπου έχει ευθύνη αποζημιώσεως έναντι του νόμιμου κομιστή της επιταγής κατά τα ανωτέρω, η εν λόγω δε έκδοση έγινε από εκείνον κατά την εκτέλεση των νομίμως ανατεθειμένων σε εκείνον αντίστοιχων καθηκόντων, τότε και το νομικό πρόσωπο έχει ευθύνη αποζημιώσεως από την προστιθέμενη αδικοπραξία έναντι του ίδιου προσώπου, έχει δε τέτοια ευθύνη εις ολόκληρον με εκείνον τον νόμιμο αντιπρόσωπό του. Υπό αυτά τα δεδομένα το νομικό πρόσωπο και ο νόμιμος αντιπρόσωπός του, τυχόν από κοινού εναγόμενοι εκμέρους του νόμιμου κομιστή της ακάλυπτης επιταγής για την αποζημίωση, είναι όχι αναγκαίοι αλλά απλοί ομόδικοι, με συνέπεια οι στη δίκη πράξεις και παραλείψεις καθενός εξ αυτών να μη βλάπτουν ή ωφελούν τον άλλον.